Το όνομά της, Κηφισιάς, που προέρχεται από τον Κηφισό ποταμό, είναι αρχαιότατο, ήταν μια από τις αρχαίες 12 πόλεις της Αττικής. Από την εποχή του Κλεισθένη αποτελούσε το δήμο της Ερεχθηίδας φυλής. Λαογραφικό λογοπαίγνιο της νεοελληνικής, που όμως δεν στέκει ιστορικά, θεωρεί πως το όνομα Κηφισιά προέρχεται από την έκφραση «εκεί φυσά» — «κεί φυσά» — «Κηφισά» — «Κηφισιά»!
Το έμβλημα του δήμου κοσμεί η προτομή του Μενάνδρου του Κηφισέως, δραματοποιού της αρχαίας Αττικής που καταγόταν από την Κηφισιά.
Ο κάτοικος της περιοχής αποκαλείται Κηφισιώτης — Κηφισιώτισσα και στον πληθυντικό Κηφισιώτες — Κηφισιώτισσες.
Στην αρχαιότητα αποτελούσε τον ομώνυμο αττικό δήμο της Ερεχθηίδος φυλής που τοποθετείτο στη μεσόγαια χώρα, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση του Κλεισθένους. Σήμερα συνιστά εύρωστη πόλη της Αττικής και ιστορική έδρα των βορείων προαστίων των Αθηνών.
Η περιοχή εντοπίζεται ανάμεσα στους ορεινούς όγκους Πεντέλης και Πάρνηθος σε υψόμετρο κέντρου 290 μέτρων, οικοδομημένη σε πευκόφυτη πεδιάδα. Τα όρια του δήμου εκτείνονται από τις δασόφυτες ρεματιές του Κηφισού στα δυτικά μέχρι τους ορεινούς όγκους του Πεντελικού και τη ράχη του Κοκκιναρά στα ανατολικά. Τοποθετείται δε στο βόρειο άκρο του λεκανοπεδίου της Αττικής, 15 χιλιόμετρα βορειοανατολικά των Αθηνών. Βρίσκεται δε μόλις 3 χιλιόμετρα βόρεια του μητροπολιτικού κέντρου του Αμαρουσίου και 10 χιλιόμετρο νότια του Άγίου Στεφάνου.
Μεγαλοπρεπείς πύργοι στεγάζουν τις μεγαλοαστικές οικογένειες του Βορείου Τομέως.
Το 1870 δημιουργείται το πρώτο καταστατικό της κοινότητος των Κηφισιωτών, με σκοπό την οικονομική τους ανεξαρτητοποίηση. Το καταστατικό αποτελούνταν από 20 άρθρα και υπογράφηκε στις 27 Ιουλίου 1870.
Τα αρχοντικά της Κηφισιάς εντυπωσιάζουν με την εκλεκιστική τους αρχιτεκτονική.
Στην οικονομική αξιοποίηση συμβάλλει το ατμοκίνητο τρένο Θηρίο, το οποίο διέρχεται από το άλσος της Κηφισιάς, όπου διοργανώνονται στα χρόνια που ακολουθούν οι διάσημες ανθοκομικές εκθέσεις από τους κατοίκους. Στα προσεχή έτη η περιοχή καθίσταται δημοφιλές παραθεριστικό κέντρο Αθηναίων, Χιωτών, Αιγυπτίων, Κωνσταντινουπολιτών, αλλά και Τούρκων μεγαλοτσιφλικάδων κατά την τουρκοκρατία, μέχρι το 1925 που αναγνωρίζεται και επισήμως ως αυτόνομη κοινότητα της Αττικής. Αργότερα αναγνωρίζεται ως προάστιο της Ανατολικής Αττικής, ενώ το 1942 ξεπερνά τους 10.000 κατοίκους και προάγεται σε δήμο. Η θέση της περιοχής μέσα στη φύση, στο πέρασμα μεταξύ Αττικοβοιωτίας την ώθησε γρήγορα σε δημοφιλές παραθεριστικό και οικιστικό κέντρο, με πληθώρα μεγαλοπρεπών ξενοδοχείων να ξεπηδούν σε δροσερές περιοχές του πεντελικού τοπίου.
Το Άλσος της Κηφισιάς δέχεται κάθε χρόνο εκατοντάδες επισκέπτες για τις ανθοκομικές εκθέσεις που φιλοξενεί.
Ο δήμος καταλαμβάνει έκταση 25.937 στρεμμάτων, στα οποία έχουν θεσμοθετηθεί οικιστικές, δασικές, εμπορικές και βιομηχανικές ζώνες. Το κέντρο της πόλης εντοπίζεται στην καρδιά του δήμου επιδεικνύοντας μια πλούσια και πολυτελή αγορά, ενώ πέριξ τούτου εκτείνονται οι φιλήσυχοι συνοικισμοί, ορισμένοι από τους οποίους είναι η Νέα Κηφισιά, το Κεφαλάρι, η Πολιτεία, ο Κοκκιναράς, το Στροφύλι, πολλοί από τους οποίους αργότερα αποσπώνται ως ανεξάρτητες κοινότητες, όπως η Νέα Ερυθραία μαζί το Καστρί και το Μορτερό, καθώς και η Εκάλη.
Κατά την απογραφή του 2001, η Κηφισιά συγκεντρώνει 43.929 κατοίκους και εμφανίζει μια πυκνότητα δόμησης 1.694 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο δόμησης. Λόγω των υψηλών τιμών των οικοπέδων και των περιορισμών στη δόμηση, η πληθυσμιακή εξέλιξη της πόλεως παρουσιάζει ήπιες αυξήσεις με ποσοστά της τάξεως του 22,87% και 10,84% ανά απογραφή.
Στα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της πόλεως συγκαταλέγονται το δροσερό κλίμα, η πολυτελής αρχιτεκτονική και τα μεγάλα ποσοστά δημοτικού αλλά και ιδιωτικού πρασίνου, ενώ συνδυάζονται οι φιλήσυχες γειτονιές με μια δραστήρια αγορά και σχετικά έντονη νυχτερινή διασκέδαση. Το οικιστικό κέντρο έχει αναπτυχθεί πέριξ της Πλατείας Πλατάνων και του Άλσους της Κηφισιάς, όπου τοποθετείται και το σύγχρονο εμπορικό κέντρο του Δήμου που έχει επεκταθεί μέχρι το Κεφαλάρι μέσω της οδού Κολοκοτρώνη, που σήμερα ανάγεται στον πιο ακριβό εμπορικά δρόμο των βορείων προαστίων.
Στο Άλσος της Κηφισιάς πραγματοποιούνται κάθε χρόνο ανθοκομικές εκθέσεις με μαζική συμμετοχή κόσμου. Η Κηφισιά γνωρίζει από τον 20ο αιώνα απρόσκοπτη ανάπτυξη και αποτελεί το όνειρο των περισσοτέρων Αθηναίων ως οικιστικός προορισμός. Το τελευταίο διάστημα έχει επιβαρυνθεί πολύ από την εμπορική ανάπτυξη, όπως επίσης και από την επέκταση της οικιστικής ζώνης των Αθηνών πέραν των ορεινών όγκων που την καθιστούν πέρασμα με έντονο κυκλοφοριακό φόρτο. Η πόλη μέχρι και τα τέλη του 20ού αιώνα θεωρείτο προνομιούχος συγκοινωνιακά, καθώς εξυπηρετείτο από την Εθνική Οδό Αθηνών-Λαμίας, την κομβική Λεωφόρο Κηφισίας αλλά και τον ομώνυμο τερματικό σταθμό του Ηλεκτρικού “Κηφισιά”. Παρά ταύτα σήμερα, με τον οικιστικό κορεσμό της πρωτεύουσας, τα συγκοινωνιακά αυτά μέσα έχουν σε μεγάλο βαθμό απαξιωθεί, με αποτέλεσμα να ακινητοποιούνται πολλές φορές οι μετακινήσεις στην πόλη. Σε αυτά τα προβλήματα φιλοδοξούν να δώσουν λύση η υπογειοποίηση του σταθμού της πόλης και η επέκταση του ηλεκτρικού προς τα βόρεια, σε συνδυασμό με λοιπές κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, ενώ συγκοινωνιολόγοι συχνά προτείνουν την κατασκευή μιας περιφερειακής οδού Πεντέλης.
Η Κηφισιά φημίζεται για τα πολυτελή της καταστήματα, προσελκύοντας κόσμο από το Βόρειο Τομέα.
Η Κηφισιά, λόγω του υγιεινού κλίματος, του ωραίου περιβάλλοντος, των άφθονων νερών και της μικρής σχετικά απόστασής της από την Αθήνα, υπήρξε από την αρχαία εποχή προνομιούχος τόπος και τόπος παραθερισμού πλουσίων και ευγενών. Μεταξύ αυτών ο Ηρώδης ο Αττικός, ο μέγας αυτός λάτρης και ευεργέτης της Αθήνας (101–178) εκεί είχε την πλούσια έπαυλή του και ακριβώς στη θέση που βρίσκεται σήμερα ο Μητροπολιτικός της Ναός. Αργότερα, επί Ενετοκρατίας όλοι οι ισχυροί και πλούσιοι Ενετοί της Αθήνας διέμεναν στη Κηφισιά. Αλλά και επί Τουρκοκρατίας οι πρώην ενετικές επαύλεις περιήλθαν στους πλούσιους Τούρκους της Αθήνας. Ακόμη και ο Διοικητής της Αθήνας είχε τον πύργο του στη θέση που βρίσκεται σήμερα ο Ναός του Αγίου Δημητρίου. Σε όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας η Κηφισιά κατοικείτο αποκλειστικά από πλούσιους Τούρκους που είχαν εκδιώξει τους Έλληνες και είχαν σφετεριστεί τα εύφορα κτήματά τους. Ακόμη και παλιό ναΐδριο το είχαν μετατρέψει σε αποθήκη οίνου (κελάρι), της Παναγίας της Ξυδούς, που κατά τοπική παράδοση το όνομά του προκλήθηκε, όταν διαπιστώθηκε πως όλο το κρασί που είχε αποθηκευτεί εκεί είχε ξιδιάσει.
Μετά την απελευθέρωση τα κτήματα των Τούρκων περιήλθαν σε Έλληνες που τα αγόρασαν από τους προκάτοχους ιδιοκτήτες έναντι ευτελών τιμών.
Ο τερματικός σταθμός του ηλεκτρικού στην Κηφισιά αποτελεί ένα από τα πιο πολυσύχναστα σημεία της περιοχής.
Επί μακρού χρόνου η Κηφισιά παρέμενε αραιοκατοικημένη στερούμενη ρυμοτομίας αλλά και άλλων μέσων προκειμένου να εξελιχθεί σε σύγχρονο προάστειο. Από του έτους όμως 1882, όταν συνδέθηκε με την πρωτεύουσα με το θρυλικό ατμοκίνητο σιδηρόδρομο “Θηρίο”, τέθηκαν και οι βάσεις για τη διαμόρφωσή της σε κηπούπολη με πλατείες, δενδροστοιχίες, πάρκα κλπ. Μεταξύ της κεντρικής πλατείας (Πλάτανος) και του άλλοτε σταθμού του Θηρίου υπάρχει το “Άλσος της Κηφισιάς” που κάθε χρόνο πραγματοποιείται έκθεση λουλουδιών. Βορειοανατολικά της κεντρικής πλατείας βρίσκεται η συνοικία Κεφαλάρι με άφθονα, παλαιότερα, νερά. Σήμερα στη Κηφισιά υπάρχουν μεγάλα και πολυτελή ξενοδοχεία, εστιατόρια, κέντρα διασκέδασης.
Κατά τα Δεκεμβριανά του 1944, στην περιοχή της Κηφισιάς έγινε πολύνεκρη μάχη με στρατωνισμένες εκεί βρετανικές δυνάμεις.
Φημισμένα άλλοτε προϊόντα της Κηφισιάς ήταν τα κεράσια της, οι φράουλες, οι πατάτες, τα σπαράγγια, αλλά και τα άφθονα λουλούδια της.
Στην Κηφισιά βρίσκεται το γενικό νοσοκομείο Αττικής ΚΑΤ, και ο τερματικός σταθμός του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου.
Επίσης η Κηφισιά έχει πρόσβαση στην εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας.




Τα σχόλια είναι κλειστά.