Ειδικού Συνεργάτη
«Τω καιρώ εκείνω» η ανθρωπότητα είχε καβαλήσει το καλάμι και αποφάσισε να κατασκευάσει στη Βαβυλώνα (Βαβέλ) ένα πύργο, τόσο ψηλό, που να φτάνει ως το Θεό. Κι όπως μας αφηγείται ο μύθος, ο Θεός θύμωσε πολύ με την αναίδεια των ανθρώπων που –ακούς εκεί- ήθελαν ν’ ανέβουν στα ουράνια και να τον φτάσουν και τους μπέρδεψε τις γλώσσες –αυτές που μιλούσαν. Κι από τότε άρχισε η ανθρώπινη ασυνεννοησία, ο καθένας έκανε ό,τι ήθελε και, μοιραία, το μεγαλεπήβολο εγχείρημα εγκαταλείφθηκε. Οι άνθρωποι είδαν κι απόειδαν και ανακάλυψαν τους μεταφραστές και τους διερμηνείς. Ωστόσο, δεν συνέχισαν την κατασκευή του πύργου της Βαβέλ, αλλά ασχολήθηκαν με λιγότερο μεν μεγαλεπήβολα σχέδια, περισσότερο δε σοβαρά.
Ένα από τα σοβαρά αλλά και ταυτόχρονα μεγαλεπήβολα σχέδια των ανθρώπων του 20ου αιώνα ήταν και η ενοποίηση της Ευρώπης, μιας γεωγραφικής ενότητας η οποία κατοικήθηκε απ’ τους απογόνους μιας αρχαίας ομάδας λαών, τους Ινδοευρωπαίους. Αυτοί οι Ινδοευρωπαίοι, απόγονοι κάποιου Ιάφεθ σύμφωνα με την Εβραϊκή μυθολογία ή κάποιου Δευκαλίωνα εγγονού του Θεού Ιαπετού, σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία, πριν διασπαρθούν σ’ όλη την Ευρώπη μιλούσαν πάνω – κάτω την ίδια γλώσσα. Οι απόγονοί τους όμως ξέχασαν την κοινή τους καταγωγή, δημιούργησαν νέους λαούς, νέα κράτη και νέα γλώσσες. Ποτέ στην ιστορία τους αυτοί οι συγγενείς λαοί δεν σταμάτησαν να μεταναστεύουν και να πολεμούν – συνήθως μεταξύ τους. Κι η χώρα τους, η Ευρώπη, ποτέ δεν έπαψε ν’ αποτελεί τον επίγειο παράδεισο και γι’ άλλους, λιγότερο συγγενικούς λαούς, συνήθως τουρανικής καταγωγής… Μεγάλες μετακινήσεις λαών, εισβολές από άλλους λαούς, αυτοκρατορίες που ανέτελλαν και έδυαν. Αυτή η αδιάκοπη κίνηση δημιούργησε το μωσαϊκό εθνών, κρατών, γλωσσών και, τελικά, πολιτισμών της σημερινής Ευρώπης, δημιούργησε όμως και το κατάλληλο υπόβαθρο, αλλά και τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσει η επιδιωκόμενη σήμερα ενοποίηση της Ευρώπης.
Ο πύργος της Βαβέλ φαίνεται ότι αποτελεί αρνητικό παράδειγμα μεγαληπήβολου σχεδίου για τους Γάλλους, ενώ η ανακάλυψη των μεταφραστών και των διερμηνέων τους φαίνεται οικονομικά ασύμφορη. Έτσι, με την ανάληψη της προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναγγέλλουν την πρόθεσή τους να καθιερώσουν ως επίσημες γλώσσες της Ενωμένης Ευρώπης μόνο τις πέντε πιο διαδεδομένες και να καταργήσουν από επίσημες τις λιγότερο ομιλούμενες. Στις διατηρούμενες γλώσσες συμπεριλαμβάνεται –φυσικά- η Γαλλική ενώ στις καταργούμενες η Ελληνική. Οι Γάλλοι υπεύθυνοι (;) δεν διευκρίνισαν τι θα γίνει με τις Ελληνικές λέξεις –όπως και τις λέξεις άλλων «καταργούμενων» γλωσσών – που περιέχονται αυτούσιες ή με μικροδιαφορές στις «διατηρούμενες» γλώσσες – και η λέξη Ευρώπη Ελληνική είναι. Φυσικά, ξεσηκώθηκε θύελλα διαμαρτυριών από τα θιγόμενα κράτη, αλλά και από επιφανείς Ευρωπαίους διανοούμενους και μάλλον η πρόθεση αυτή δεν θα ευδοκιμήσει, τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον. Όσο για το απώτερο μέλλον, καλά θα κάνουν ν’ ανησυχούν και οι Γάλλοι, καθώς αν επικρατήσει μια γλώσσα αυτή δεν θα είναι Γαλλική, θα είναι η Αγγλοαμερικανική.
Στην πραγματικότητα δεν είναι το (πολύ) γλωσσικό, ούτε το κόστος για τη διερμηνεία και μετάφραση. Το πρόβλημα θα πρέπει ν’ αναζητηθεί πιο βαθιά – ας πούμε στο ζήτημα της ηγεμονίας της Ενωμένης Ευρώπης.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκίνησε αρχικά ως οικονομική ένωση – και στην ουσία τέτοια συνεχίζει να είναι. Η Γερμανία και η Γαλλία ένιωθαν την οικονομική απειλή της μεγάλης υπερατλαντικής δύναμης να θέτει σε κίνδυνο τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα – ο Απωανατολικός γίγαντας τότε ετοιμαζόταν να ξυπνήσει – και, ορθά, θεώρησαν ότι η μεγέθυνση της εσωτερικής τους αγοράς μπορούσε να διαφυλάξει την οικονομική, πολιτική και πολιτισμική τους, τελικά, υπόσταση. Η άλλη μεγάλη Ευρωπαϊκή δύναμη εκείνο τον καιρό κοιμόταν και ονειρευόταν αυτοκρατορικά μεγαλεία – μέχρι που η σκληρή πραγματικότητα την προσγείωσε ανώμαλα και την ανάγκασε να τείνει το χέρι στην «ήπειρο», όπως αποκαλούν την υπόλοιπη Ευρώπη οι Άγγλοι. Μια και το νερό μπήκε στο αυλάκι, ήταν ζήτημα χρόνου η διεύρυνση της τότε Κοινής Αγοράς έτσι ώστε να καλύπτει σύντομα σχεδόν όλη τη, τότε, «ελεύθερη» Ευρώπη (θυμίζουμε ότι τότε η Ευρώπη ήταν διαιρεμένη σε δυο στρατόπεδα εκ των οποίων το Δυτικό αποτελούσε την «ελεύθερη Ευρώπη», ελεύθερη με την εγγύηση των Ηνωμένων Πολιτειών βέβαια). Η κατάρρευση του πάλαι ποτέ «υπαρκτού σοσιαλισμού» έφερε την, από το 1993, Ευρωπαϊκή Ένωση μπροστά σε μια νέα και πολύ ελκυστική προοπτική: την ενοποίηση ολόκληρης της Ευρώπης.
Μια τέτοια προσπάθεια δεν μπορεί να είναι χωρίς προβλήματα. Πρώτ’ απ’ όλα το οικονομικό: Οι οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτή υφίσταται σήμερα, κάθε άλλο παρά είναι ομοιογενείς και χωρίς προβλήματα. Γι’ αυτό άλλωστε επινοήθηκαν τα περιβόητα «πρόγραμμα σύγκλισης» (για τα οποία επιφυλασσόμεθα σε μεταγενέστερο άρθρο). Αν υφίσταται χάσμα στη σημερινή Ένωση, φανταστείτε μια Ενωμένη Ευρώπη με τις οικονομίες των Ανατολικών κρατών, πλήρως διαφοροποιημένες μέχρι πρόσφατα από των Δυτικών, χωρίς να έχει προϋπάρξει μια ανάλογη προεργασία. Το άλλο μεγάλο πρόβλημα είναι το πολιτισμικό.
Στην πολυτάραχη ιστορία της η Ευρώπη δεν έπαψε να είναι πεδίο συγκρούσεων, επιδρομών και κατακτήσεων. Ένα χωνευτήρι πολιτισμών. Κανένας από τους λαούς της σημερινής Ευρώπης δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι υπήρξε από αρχαιοτάτων χρόνων αμιγής. Ακόμη κι εμείς οι Έλληνες, τόσο περήφανοι για την καταγωγή μας, από την εποχή που εποικίσαμε αυτή τη χώρα, 12 περίπου αιώνες π.Χ. μέχρι σήμερα έχουμε δεχτεί ουκ ολίγες επιδράσεις από κατακτητές, εισβολείς και εποίκους σε σημείο τέτοιο που ο Φαλμεράυερ θεώρησε τους σημερινούς Έλληνες οτιδήποτε άλλο εκτός από απογόνους των Αρχαίων Ελλήνων. Αλλά ας δούμε και πόσα κατάλοιπα από μη Ελληνικούς πολιτισμούς έχουν διασωθεί και δημιουργικά συγχωνευθεί με το σύγχρονο Ελληνικό πολιτισμό. Μόνο από τα κατάλοιπα των άλλων γλωσσών που μιλιούνται στην Ελλάδα και των θρησκειών που επικρατούν, μπορεί να ανιχνεύσει κανείς ένα μικρό μέρος των επιδράσεων: Αρβανίτικα, Βλάχικα, Τσακώνικα, Τουρκικά, η διάλεκτος των Πομάκων της Θράκης (κατάλοιπα του αρχαίου λαού των Αγριάνων, μάλλον, που επειδή είναι Μουσουλμάνοι βιαστήκαμε να τους ταυτίσουμε με τους Τουρκόφωνους Μουσουλμάνους ή να τους θεωρήσουμε Βουλγάρους), μια σλαβόφωνη διάλεκτος της Μακεδονίας που ορισμένοι την αποκαλούν «Μακεδονική», οι Καθολικοί των νησιών, οι ντοπιολαλιές, είναι ένα μικρό δείγμα των πολιτισμικών επιρροών του σύγχρονου Ελληνικού πολιτισμού.
Η υπόλοιπη Ευρώπη δεν πάει πίσω. Μπορούμε να αναφέρουμε ενδεικτικά τους σημερινούς Άγγλους, ένα λαό που κάποτε ήταν Κέλτες, αναμίχθηκαν με τους εποίκους Αγγλοσάξονες, τους εισβολείς Νορμαδούς, ενώ μερικοί κατέφυγαν στη σημερινή Γαλλία και αποτελούν τη μειονότητα των Βρετόννων. Μπορούμε ν’ αναφέρουμε την Ισπανία με το μόνιμο πρόβλημα των Βάσκων αυτονομιστών και τους Καταλανούς που ναι μεν, θεωρούν τους εαυτούς τους Ισπανούς, όχι όμως Ισπανούς όπως οι Καστιλιάνοι.
Μπορούμε ν’ αναφέρουμε τους Γερμανούς που ποτέ δεν μπόρεσαν να χωνέψουν το γεγονός ότι οι γερμανόφωνοι Αυστριακοί θεωρούν τους εαυτούς τους Αυστριακούς κι όχι Γερμανούς – και ότι έκαναν Αυστριακό ένα μεγάλο Γερμανό (Μπετόβεν) και Γερμανό ένα μικρό Αυστριακό (Χίτλερ) – άσε που τελευταίο οι Βαυαροί άρχισαν να νιώθουν περισσότερο Βαυαροί παρά Γερμανοί. Ή τους Ρουμάνους, από πού κρατάει η σκούφια αυτών πάλι, ή τους Σερβο-Κροατο-Βοσνιο-Σλοβένους, ενιαίο λαό στην ουσία, αλλά με τέτοιες εσωτερικές αντιπαλότητες που τους χώρισαν στα τέσσερα (προς το παρόν), ή και τους Βέλγους, που επιμένουν να γράφουν κάθε επίσημο έγγραφο σε δυο γλώσσες. Αυτή η πολυφωνία και πολυπολιτισμικότητα της Ευρώπης είναι και η ουσία της. Που το όνομά της σημαίνει σε απλά Ελληνικά Ανοιχτομάτα και ξέρει ότι πολιτισμός σημαίνει πάνω απ’ όλα ανοχή του άλλου, του διαφορετικού. Συγκερασμός, ναι, ισοπέδωση, όχι. Αυτή είναι η Ιστορία της Ευρώπης και όποιος προσπάθησε να επιβάλει την ισοπέδωση στην Ευρώπη το πλήρωσε ακριβά.
Η επιβίωση λοιπόν της Ευρώπης δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στην πολυπολιτισμικότητά της. Αυτή είναι που εξασφαλίζει την ανανέωση και την μακραίωνη παρουσία της Ευρώπης στην πρώτη γραμμή της παγκόσμιας ιστορίας και του πολιτισμού. Αυτή είναι όμως που εμποδίζει την παγίωση της «νέας τάξης πραγμάτων» στην Ευρώπη.
Σ’ όλες τις διακηρύξεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση (συνθήκη του Μάαστριχτ και άλλα ωραία κείμενα) διατυπώνεται ρητά η ανάγκη για τη διαφύλαξη της πολλαπλότητας των πολιτισμών στην Ευρώπη. Οι πολιτικές μάλιστα που ασκούνται οδηγούν σε μια επιταχυνόμενη κατάργηση των ούτως ή άλλως τεχνητών συνόρων μεταξύ των κρατών της Ενωμένης Ευρώπης, με παράλληλη ενδυνάμωση της σημασίας των τοπικών ιδιαιτεροτήτων, κοινωνικών, οικονομικών και, φυσικά, πολιτισμικών. Άλλωστε για τον ανέκαθεν κοσμοπολίτη Ευρωπαίο τα σύνορα στην ουσία ποτέ δεν υπήρχαν, έτσι που με χαρακτηριστική ευκολία αυτά καταργούνται ή τα αναδιετάσσοντο. Θυμίζουμε τους κατοίκους της Αλσατίας, ενδεικτικά, που μέσα σ’ έναν αιώνα «άλλαξαν» τέσσερις φορές (ή περισσότερες;) εθνικότητα ή το κράτος – λάστιχο της Ευρώπης, την Πολωνία, της οποίας τα σύνορα μετατοπίζονται συχνότερα απ’ όσο μεταβάλλονται οι ορέξεις των ασπόνδων ισχυρών γειτόνων της Γερμανών και Ρώσων.
Το αίτημα, λοιπόν, για την κατάργηση κάποιων χωρίς ουσιαστική σημασία διαχωριστικών γραμμών δεν μοιάζει ουτοπικό, καθώς οι κατά τόπους πολιτισμικές διαφοροποιήσεις δεν γνωρίζουν από σύνορα μεταξύ κρατών, αντίθετα φαίνεται να τείνουν να τα καταργήσουν με τον τρόπο που συνεχώς διαπλέκονται, μεταλλάσσονται και ανανεώνονται, ενώ ταυτόχρονα διατηρούν τη ιδιαιτερότητα και αυτοτέλειά τους.
Η οικονομική ένωση της Ευρώπης θα μπορούσε ν’ αποτελέσει την εγγύηση και για την πολιτική της ενοποίηση. Μπορεί όμως ν’ αποτελέσει και την εγγύηση για την πολυπολιτισμικότητά της; Πως αντηχούν στ’ αυτιά των Ευρωπαίων τα μεγάλα λόγια για τη δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτισμών της Ευρώπης; Η παγιωμένη οικονομική τάξη πραγματών, η κυριαρχία της αγοράς, σίγουρα δεν αισθάνεται στο στοιχείο της μέσα σ’ ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον. Η οικονομία της αγοράς αποτελεί από μόνη της πολιτισμικό πρότυπο, και μάλιστα άκρως ισοπεδωτικό.
Εκτός από τη γλώσσα, βασικό στοιχείο ενός πολιτισμού είναι και το καταναλωτικό πρότυπο. Πως, λοιπόν, μπορεί να ευδοκιμήσει σ’ ένα πολυπολιτισμικό και πολυγλωσσικό περιβάλλον η ισοπεδωτική λογική της οικονομίας της αγοράς, η λογική του «καταναλώνετε γιατί χανόμαστε»;
Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες γνώσεις για να διαπιστώνει κανείς την ολοκληρωτική εισβολή του υπερατλαντικού καταναλωτικού – παραγωγικού πολιτισμού στην Ευρώπη.
Η οικονομία της κατανάλωσης (και όχι της ευημερίας, όπως πολλοί οικονομολόγοι κακώς χαρακτηρίζουν) μεταφέρει ολόκληρο πλέγμα πολιτισμικών δραστηριοτήτων το οποίο υποκαθιστά κατά κύριο λόγο ή στην καλύτερη περίπτωση διαπλέκεται, δημιουργικά ή καταστροφικά, με ενυπάρχουσες δραστηριότητες. Κυρίαρχο αποτέλεσμα αυτής της εισβολής είναι και η αλλοίωση των ντόπιων γλωσσών προς ένα ιδίωμα συνήθως χαμηλότερης εκφραστικής δύναμης και αισθητικής, κι εμείς οι Έλληνες το βιώνουμε καθημερινά με τα «Αγγληνικά». 1
Παράλληλα, οι τοπικές οικονομικές δραστηριότητες είτε παρακμάζουν είτε απορροφούνται από επιχειρήσεις που υπηρετούν το νέο καταναλωτικό πρότυπο.
Η πρόθεση της Γαλλικής προεδρίας να διατηρηθούν ως επίσημες γλώσσες στην Ενωμένη Ευρώπη μόνο πέντε, οι περισσότερο διαδεδομένες, υποκρύπτει την ανησυχία των οικονομικά ισχυρότερων εταίρων ότι η κατάργηση των συνόρων δεν θα μπορέσει να προωθήσει από μόνη της τον πρωταρχικό σκοπό της ένωσης που είναι βέβαια η οικονομικής της θωράκιση. Οι Γάλλοι, βεβαίως, είναι λαός ιδιαίτερα ευαίσθητος σε ζητήματα πολιτισμικής ταυτότητας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι υπόλοιποι λαοί δεν είναι, οπότε αποτελεί αξιοπερίεργο φαινόμενο να προβαίνουν σε τέτοιου είδους προτάσεις. Όμως, η ανάγκη για ομογενοποίηση της αγοράς, απαραίτητο στοιχείο για την οικονομική ενδυνάμωση στα πλαίσια της οικονομίας της αγοράς, οδηγεί αναγκαστικά και σε ομογενοποίηση των πολιτισμών και αυτό περνά σίγουρα από την αποδυνάμωση των λιγότερο διαδεδομένων γλωσσών της Ευρώπης. Έτσι, πιστεύεται από τις οικονομικά ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες, μπορεί ν’ ανακοπεί η ολοκληρωτική οικονομική εισβολή της Αμερικής – και τώρα τελευταία της Άπω Ανατολής – γεγονός που πλήττει περισσότερο τα οικονομικά συμφέροντα των οικονομικά ισχυρών εταίρων. Αυτός είναι ο πραγματικός σκοπός της Γαλλικής πρότασης και τα επιχειρήματα περί Βαβέλ, και κόστους διερμηνείας είναι στάχτη στα μάτια.
Προαναφέραμε ότι η ουσία της Ευρώπης είναι η πολυπολιτισμικότητά της. Αν υπάρξει ποτέ Ενωμένη Ευρώπη αυτή θα είναι απαραίτητα πολυπολιτισμική. Η πολύ πρόσφατη πραγματικότητα δείχνει ότι οι προσπάθειες για την ένταξη χωρών στη διεθνοποιημένη οικονομία (διεθνή καταμερισμό της εργασίας, όπως λένε οι αριστεροφέροντες οικονομολόγοι) δεν οδήγησαν σε κατάργηση των συνόρων, αντίθετα ενίσχυσαν αποσχιστικές και αυτονομιστικές τάσεις – ακόμα και αναβιώσεις ξεχασμένων και καταδικασμένων ιδεολογημάτων και πρακτικών.
Από την άλλη, οι χώρες της Ενωμένης Ευρώπης, από τις ισχυρότερες ως τις ασθενέστερες, με νύχια και με δόντια προσπαθούν να διατηρήσουν την πολιτισμική τους ταυτότητα, και απόδειξη αποτελεί η αντίδραση όλων των θιγόμενων χωρών στη γαλλική πρόταση. Κι οι Ιρλανδοί σκέπτονται να φέρουν το ντόπιο Κέλτικό ιδίωμα τουλάχιστον σε ισότιμη θέση με την επίσημη Αγγλική. Φαίνεται ότι η ανάγκη για τη διατήρηση της ιδιαιτερότητας και της πολιτισμικής ιδιομορφίας ενός λαού ή και ακόμη μιας τοπικής κοινότητας κατισχύει της ανάγκης ενός αμφιλεγόμενου καταναλωτικού παραδείσου, τουλάχιστον προς το παρόν και ως ένα σημείο, και αυτό δεν είναι γνώρισμα μόνο των Ευρωπαίων.
Αν λοιπόν οι εγκέφαλοι των Βρυξελλών επιθυμούν πράγματι την Ευρωπαϊκή ενοποίηση έχουν πολύ δρόμο και πολλή δουλειά μπροστά τους. Η Ευρώπη, δόξα τω Θεώ, και απόθεμα ιστορίας διαθέτει και απόθεμα πολιτισμού και μπορεί να δίνει λύσεις στα προβλήματά της. Η πολιτισμική διαφοροποίηση είναι μονόδρομος, η οικονομία της αγοράς όχι. Ας ψάξουν σε νέους τρόπους ανάπτυξης.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
- Ας μας επιτραπεί ο νεολογισμός αυτός τον οποίο δανειστήκαμε από τον γαλλικό «Franglais» με τον οποίο οι Γάλλοι χαρακτηρίζουν τις «Αγγλικούρες» που παρεισφρύουν, τελευταία στη γλώσσα του Ουγκό, του Μπαλζάκ, του Ζολάι φαινόμενο καθόλου άγνωστο και για τη γλώσσα του Σολωμού, του Παλαμά, του Ελύτη.
από το αρχείο μας
εφημερίδα: φοιτητική ΕΠΙκοινωνία, τεύχος 6
Βρείτε μας και στο Facebook: φοιτητική ΕΠΙκοινωνία





Τα σχόλια είναι κλειστά.