- Διαφήμιση -

Φοιτητικές Ιστορίες: Λευτέρης Παπαδόπουλος

Ποι­η­τής – δημοσιογράφος

Νομι­κή Αθη­νών 1953–1956

 

Μπή­κα στο Πανε­πι­στή­μιο – Νομι­κή – το 1953. Με την πρώ­τη. Κι ας μην είχα φάει τα παντε­λό­νια μου στην μελέ­τη. Είχα έναν έρω­τα εκεί­νο τον και­ρό – 18 χρο­νών παι­δί ήμουν άλλω­στε – που δεν με άφη­νε, όχι να δια­βά­σω, αλλά ούτε και να κοι­μη­θώ. Φαντά­σου, ότι γι’ αυτό τον έρω­τα –μια πιτσι­ρί­κα 16 ετών- πήγα στη Νεμέα (127 χιλιό­με­τρα) με τα πόδια! Όχι για­τί τόχα κάνει τάμα ή είχα βάλει κάποιο στοί­χη­μα, αλλά διό­τι δεν είχα φρά­γκο κι έπρε­πε να δω, οπωσ­δή­πο­τε, το κορίτσι!

Τότε, δίνα­με τέσ­σε­ρα μαθή­μα­τα: Αρχαία, Έκθε­ση, Λατι­νι­κά, Ιστο­ρία (και σήμε­ρα νομί­ζω, σε κάποια δέσμη, σ’ αυτά τα τέσ­σε­ρα μαθή­μα­τα εξε­τά­ζο­νται οι υπο­ψή­φιοι). Ιστο­ρία, είχα δια­βά­σει 3–4 μέρες, από ένα βιβλίο του Ν. Τζου­γα­νά­του. Αρχαία –άγνω­στο κεί­με­νο- ήμε­ρα. Λατι­νι­κά, δεν είχα ιδέα. Όσο για την Έκθε­ση, έσκι­ζα! Έγρα­ψα καλά Αρχαία, Έκθε­ση, Ιστο­ρία. Όσο για τα Λατι­νι­κά, είχα μπρο­στά μου, στο αμφι­θέ­α­τρο Σόλω­νος, τον Βαγ­γέ­λη – συμ­μα­θη­τή μου από το Γυμνά­σιο – που έκα­νε λίγο προς τ’ αρι­στε­ρά το κορ­μί του, άπλω­νε την κόλ­λα του δεξιά και μου επέ­τρε­πε να αντι­γρά­φω με πλή­ρη άνεση.

Αντι­γρα­φή, ευχα­ρι­στή­θη­κα πολύ με τον Βαγ­γέ­λη – τώρα είναι αρε­ο­πα­γί­της – στο 2ο έτος, στο Δημό­σιο Δίκαιο. Πήγα να δώσω εξε­τά­σεις, χωρίς να έχω ανοί­ξει βιβλίο! Δεν είχα καν βιβλίο! Ο Βαγ­γέ­λης –γρά­φα­με στη μεγά­λη αίθου­σα στη Σίνα- είχε γίνει σαν κολο­κο­τρο­νέι­κος σου­γιάς από το σκύ­ψι­μο, για να με βοη­θή­σει να αντι­γρά­ψω. Και αντέ­γρα­ψα. Αλλά δεν αρκέ­σθη­κα μόνο στην αντι­γρα­φή: αυτά που διά­βα­ζα στην κόλ­λα του φίλου μου, τα περ­νού­σα στη δική μου… βελ­τιω­μέ­να, πιο καλο­γραμ­μέ­να. Απο­τέ­λε­σμα: Ο Βαγ­γέ­λης πήρε 6 και εγώ 7! Κι από τότε, ο παλιός συμ­μα­θη­τής μου, μου έκο­ψε την καλημέρα!

Την ίδια χρο­νιά με μένα, μπή­κε στη Νομι­κή και ο Θόδω­ρος Αγγε­λό­που­λος – ο σκη­νο­θέ­της – συμ­μα­θη­τής μου, επί­σης, στο Β’ Γυμνά­σιο Αχαρ­νών και Χέι­δεν. Αξί­ζει να τον βρεί­τε, για να σας γρά­ψει κι αυτός κάτι. Να βρεί­τε, επί­σης και τον Χρή­στο Γιαν­να­ρά. Τον καθη­γη­τή. Ήταν και αυτός συμ­μα­θη­τής μου στο Β’ Γυμνά­σιο. Όπως και ο Αλέ­κος Φασια­νός, από τον οποίο, όπως είδα, έχε­τε πάρει συνέ­ντευ­ξη στην Τζια.

Εκεί­νη την επο­χή, η Σόλω­νος ήταν γεμά­τη καφε­νεία. Καφε­νείο απέ­να­ντι από το Χημείο, καφε­νείο απέ­να­ντι από τη Νομι­κή, καφε­νείο εκεί που βρί­σκε­ται το βιβλιο­πω­λείο «Ενδο­χώ­ρα», καφε­νείο και στη γωνία Σόλω­νος και Ομή­ρου. Τα επι­σκε­πτό­μουν και τα τέσ­σε­ρα. Από το πρωί, ίσα­με το βρά­δυ. Και έβγα­ζα ένα γερό μερο­κά­μα­το, παί­ζο­ντας ξερή. Πρέ­πει να ήμουν ο καλύ­τε­ρος ξερα­δό­ρος της επο­χής. Θυμό­μουν όλα τα φύλ­λα, έκα­να «κόλ­πα», είχα τον αέρα του νικη­τή! Οι πάντες με τρέ­μα­νε! Κι εγώ τους έδι­να να καταλάβουν.

Στις παρα­δό­σεις, πήγαι­να σπα­νί­ως. Κι αυτές τις σπά­νιες φορές, το απο­φά­σι­ζα για να κάνω πλά­κα. Κυρί­ως στον Ράμ­μο, που δίδα­σκε Πολι­τι­κή Δικο­νο­μία. Φορού­σε κάτι ρού­χα σαν ράσα κού­τσαι­νε και απο­ζη­τού­σε και τον χαβα­λέ. Τον προ­κα­λού­σε. Άλλο που δεν θέλα­με εμείς: Ο Χατζη­γιάν­νης, ο Γαλα­νός, η Μαρία Ξυπο­λιά –μια κού­κλα- ο Τσού­μας, ο Μπέ­τσας, ο Σίμος, ο Χρυ­σο­λω­ράς κι εγώ. Δηλα­δή: μόλις βλέ­πα­με το Ράμ­μο ν’ αρχί­ζει τη δική του πλά­κα, αρχί­ζα­με κι εμείς να σέρ­νου­με τα πόδια μας στο τσι­με­ντέ­νιο δάπε­δο. Σε λίγο, αυτό το σύρ­σι­μο γενι­κευό­ταν. Ο θόρυ­βος, ήταν φοβε­ρός! Φυσι­κά;, ο καθη­γη­τής δεν μπο­ρού­σε να συνε­χί­σει. Τα παρά­τα­γε κι έφευ­γε, έξω φρε­νών, ενώ το αμφι­θέ­α­τρο έπε­φτε κάτω απ’ τα γέλια.

Μερι­κές φορές, εμείς που δεν πατά­γα­με ποτέ στις παρα­δό­σεις της Σχο­λής μας, τρέ­χα­με στις παρα­δό­σεις της Φιλο­σο­φι­κής για να χτυ­πή­σου­με γκό­με­νες. Και χτυ­πά­γα­με! Για­τί στη Φιλο­σο­φι­κής, τα κορί­τσια ήταν πολ­λά, ενώ στη Νομι­κή, ούτε τα μισά. Δεν θα ξεχά­σω, ένα από­γευ­μα, που δίδα­σκε ο Ζακυ­θη­νός, και ανα­φέρ­θη­κε στο Ρωμα­νό τον Λακα­πη­νό. Λεκα­πη­νός, φώνα­ξε όλη η παρέα, για­τί έτσι τον έγρα­φαν τα βιβλία μας. Λα, απά­ντη­σε, όλο φούρ­κα, ο καθη­γη­τές. Λε, του αντα­πα­ντή­σα­με. Και μ’ αυτό το Λα και Λε, που κρά­τη­σε τρία λεπτά, έγι­νε χαλα­σμός! Και βέβαια το μάθη­μα διακόπηκε.

Όπως κατα­λα­βαί­νε­τε, ένας φοι­τη­τής του δικού μου στιλ, δεν μπο­ρεί να πάρει πτυ­χίο. Δεν πήρα, λοι­πόν, πτυ­χίο. Και ευτυ­χώς. Μπλέ­χτη­κα με τη δημο­σιο­γρα­φία και το τρα­γού­δι, όπου οι ορί­ζο­ντες είναι πιο ανοι­χτοί. Και από το πανε­πι­στή­μιο, δεν θυμά­μαι πια, παρά μόνο τις πλά­κες, μερι­κά έξο­χα κορί­τσια, κάτι μπου­γε­λώ­μα­τα, δύο-τρεις αρά­δες από το Ρωμαϊ­κό Δίκαιο και τους αντι­πά­λους μου στην πρά­σι­νη τσό­χα της ξερής.

 

από το αρχείο μας

Φοι­τη­τι­κές Ιστορίες

εφη­με­ρί­δα:  φοι­τη­τι­κή ΕΠΙ­κοι­νω­νία, Οκτώ­βριος 1997, τεύ­χος 31

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: φοι­τη­τι­κή ΕΠΙκοινωνία

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Τα σχόλια είναι κλειστά.