- Διαφήμιση -

Γνωρίστε το Μουσείο Ακρόπολης

Μουσείο Ακρόπολης

Συντε­ταγ­μέ­νες37°58′6.31″N 23°43′42.49″E

Μουσείο Ακρόπολης
Μουσείο Ακρόπολης is located in Αθήνα

Μουσείο Ακρόπολης

Ίδρυση 20 Ιουνίου 2009, πριν 14 έτη
Περιοχή Αθήνα
Διεύθυνση Διονυσίου Αρεοπαγίτου 15
Συντεταγμένες 37.96833°N 23.72861°E
Τύπος Αρχαιολογικό μουσείο
Μέγεθος συλλογής 10.557
Επισκέπτες 547.910 (2021)
Πρόεδρος Κωνσταντίνος-Αύγουστος Ρίζος (από τον Δεκέμβριο του 2022)
Αρχιτέκτονας Μπερνάρ Τσουμί,
Μιχάλης Φωτιάδης
Ιδιοκτήτης Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού
Ιστότοπος www.theacropolismuseum.gr

Το Μου­σείο Ακρό­πο­λης είναι ένα αρχαιο­λο­γι­κό μου­σείο επι­κε­ντρω­μέ­νο στα ευρή­μα­τα του αρχαιο­λο­γι­κού χώρου της Ακρό­πο­λης των Αθη­νών. Πρό­κει­ται για το δεύ­τε­ρο σε σπου­δαιό­τη­τα αρχαιο­λο­γι­κό μου­σείο εντός της Ελλη­νι­κής επι­κρά­τειας, μετά το Εθνι­κό Αρχαιο­λο­γι­κό Μου­σείο επί της οδού Πατη­σί­ων.  Κτί­στη­κε για να στε­γά­σει κάθε αντι­κεί­με­νο που έχει βρε­θεί πάνω στον ιερό βρά­χο της Ακρό­πο­λης και στους πρό­πο­δες του καλύ­πτο­ντας μία ευρεία χρο­νι­κή περί­ο­δο από την Μυκη­ναϊ­κή περί­ο­δο έως την Ρωμαϊ­κή και Παλαιο­χρι­στια­νι­κή Αθή­να ενώ ταυ­τό­χρο­να βρί­σκε­ται πάνω στον αρχαιο­λο­γι­κό χώρο Μακρυ­γιάν­νη, κατά­λοι­πο των Ρωμαϊ­κών και πρώ­ι­μων βυζα­ντι­νών Αθη­νών. Φιλο­δο­ξεί επί­σης να στε­γά­σει την 6η Καρυά­τι­δα που βρί­σκε­ται στο British Museum του Λον­δί­νου. Η Ελλά­δα  έχει ζητή­σει τον επα­να­πα­τρι­σμό της από την  κυβέρ­νη­ση του Ηνω­μέ­νου Βασι­λεί­ου χωρίς μέχρι στιγ­μής απο­τέ­λε­σμα.. Η φωτο­γρα­φία της Μελί­νας Μερ­κού­ρη, (πρώ­ην υπουρ­γού πολι­τι­σμού), στη στά­ση ΑΚΡΟΠΟΛΗ του μετρό  της Αθή­νας θυμί­ζει καθη­με­ρι­νά στους χιλιά­δες επι­βά­τες και επι­σκέ­πτες της πόλης αυτό το δια­χρο­νι­κό αίτη­μα της Ελλάδας

Η ιστορία του κτηρίου

Παλαιό κτήριο

Το πρώ­το μου­σείο για τα ευρή­μα­τα της Ακρό­πο­λης θεμε­λιώ­θη­κε στα νοτιο­α­να­το­λι­κά του Παρ­θε­νώ­να στις 30 Δεκεμ­βρί­ου 1865 και ολο­κλη­ρώ­θη­κε το 1874 σε σχέ­δια του αρχι­τέ­κτο­να Πανα­γή Κάλ­κου. Λίγα χρό­νια αργό­τε­ρα, στις ανα­σκα­φές του 1885–1890, ανα­κα­λύ­φθη­καν τα γλυ­πτά που είχαν κατα­στρέ­ψει οι Πέρ­σες κατά την Δεύ­τε­ρη περ­σι­κή εισβο­λή στην Ελλά­δα και το μικρό μου­σείο παρου­σί­α­σε ανά­γκη για περισ­σό­τε­ρο χώρο. Γι’ αυτόν τον λόγο κατα­σκευά­στη­κε στα 1888 ένα μικρό­τε­ρο κτή­ριο στα ανα­το­λι­κά του υπάρ­χο­ντος κτη­ρί­ου, στο οποίο τοπο­θε­τή­θη­καν οι λιγό­τε­ρο σημα­ντι­κές αρχαιότητες.

Κατά την διάρ­κεια του Δεύ­τε­ρου Παγκο­σμί­ου Πολέ­μου πολ­λά από τα εκθέ­μα­τα απο­θη­κεύ­τη­καν στα υπό­γεια του Εθνι­κού Αρχαιο­λο­γι­κού Μου­σεί­ου και στις σπη­λιές των γει­το­νι­κών λόφων. Επα­νήλ­θαν στο μου­σείο μετά το τέλος του πολέ­μου και τοπο­θε­τή­θη­καν προ­σω­ρι­νά στα 1946 και 1947.

Στα 1953 άρχι­σαν οι εργα­σί­ες για την επέ­κτα­ση του μου­σεί­ου σε σχέ­δια του αρχι­τέ­κτο­να Πάτρο­κλου Καρα­ντι­νού: Κατε­δα­φί­στη­κε το μικρό­τε­ρο κτί­ριο, κτί­στη­καν νέες αίθου­σες και άλλα­ξε η διαρ­ρύθ­μι­ση των παλιών. Οι πρώ­τες αίθου­σες άνοι­ξαν το 1956 και η επα­νέκ­θε­ση ολο­κλη­ρώ­θη­κε το 1964 με την επι­μέ­λεια του αρχαιο­λό­γου Γιάν­νη Μηλιά­δη.

Παρά τις δια­δο­χι­κές επε­κτά­σεις το κτί­ριο δεν είχε τις δυνα­τό­τη­τες έκθε­σης των ευρη­μά­των που στα­δια­κά ανα­κα­λύ­φθη­καν στον βρά­χο, ώστε ήδη από το 1974 εγέρ­θη­κε το θέμα της οικο­δό­μη­ση ενός νέου κτι­ρί­ου. Η ανέ­γερ­ση νέου μου­σεί­ου κρί­θη­κε επι­τα­κτι­κή καθώς η Ελλά­δα άρχι­σε να προ­βά­λει έντο­να το ζήτη­μα της επι­στρο­φής των μαρ­μά­ρων του Παρ­θε­νώ­να από το Βρε­τα­νι­κό Μου­σείο.

Για αυτό το σκο­πό προ­κη­ρύ­χθη­καν δύο εθνι­κοί δια­γω­νι­σμοί (1976 και 1979), οι οποί­οι απέ­τυ­χαν καθώς τα επι­λε­χθέ­ντα οικό­πε­δα κρί­θη­καν ακα­τάλ­λη­λα, ενώ ένας τρί­τος διε­θνής δια­γω­νι­σμός (1989) ακυ­ρώ­θη­κε τελι­κά το 1999 όταν ανα­κα­λύ­φθη­κε εκτε­νής αρχαιο­λο­γι­κός χώρος στο οικό­πε­δο του στρα­το­πέ­δου Μακρυ­γιάν­νη που είχε επι­λε­γεί. Στον αρχαιο­λο­γι­κό χώρο απο­κα­λύ­φθη­καν ιδιω­τι­κές κατοι­κί­ες και εργα­στή­ρια από την Κλα­σι­κή επο­χή ως και τα βυζα­ντι­νά χρό­νια. Μετά την ολο­κλή­ρω­ση των ανα­σκα­φών και την διευ­κρί­νη­ση της στρω­μα­το­γρα­φί­ας επι­λέ­χθη­καν τα σημεία στα οποία επι­τρέ­πο­νταν η θεμε­λί­ω­ση του κτιρίου.

Νέο κτήριο

Το νέο κτή­ριο του μου­σεί­ου θεμε­λιώ­θη­κε το 2003 και άνοι­ξε για το κοι­νό στις 21 Ιου­λί­ου 2009. Στις 20 Ιου­λί­ου του 2009, πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν, μεγα­λο­πρε­πώς, τα εγκαί­νια του Μου­σεί­ου από τον Πρό­ε­δρο της Δημο­κρα­τί­ας Κάρο­λο Παπού­λια, παρου­σία του Προ­έ­δρου της ΕΕ και πλή­θους ξένων ηγε­τών. Ο τότε υπουρ­γός Πολι­τι­σμού Αντώ­νης Σαμα­ράς, σε μια συμ­βο­λι­κή κίνη­ση, που μετα­δό­θη­κε σε ολό­κλη­ρο τον κόσμο, τοπο­θέ­τη­σε κομ­μά­τι μαρ­μά­ρου που επε­στρά­φη από το Μου­σείο του Βατι­κα­νού, σε μετό­πη του Παρ­θε­νώ­να. Η κίνη­ση αυτή συμ­βό­λι­σε το ελλη­νι­κό αίτη­μα για επα­νέ­νω­ση των μαρ­μά­ρων στο νέο Μου­σείο της Ακρό­πο­λης. Το νέο Μου­σείο της Ακρό­πο­λης είναι στο σύνο­λό του 25.000 τ.μ. δια­θέ­τει εκθε­σια­κούς χώρους με εμβα­δόν 14.000 τ.μ. και βρί­σκε­ται στην οδό Μακρυγιάννη.

Πρό­ε­δρος του οργα­νι­σμού του μου­σεί­ου είναι ο επί­τι­μος καθη­γη­τής Αρχαιο­λο­γί­ας του Αρι­στο­τε­λεί­ου Πανε­πι­στη­μί­ουΔημή­τριος Παντερ­μα­λής.

Καρυά­τι­δες σε περί­ο­πτη θέση στο μου­σείο της Ακρόπολης.

Το 2000 προ­κη­ρύ­χθη­κε νέος διε­θνής δια­γω­νι­σμός με πρό­σκλη­ση 12 γρα­φεί­ων τα οποία κλή­θη­καν να υπο­βά­λουν τις προ­τά­σεις τους. Οι προ­τά­σεις των δια­γω­νι­ζό­με­νων κρί­θη­καν το Σεπτέμ­βριο του 2001 από διε­θνή Επι­τρο­πή Αξιο­λό­γη­σης και το πρώ­το βρα­βείο απο­νε­μή­θη­κε στο αρχι­τε­κτο­νι­κό γρα­φείο του γαλ­λο­ελ­βε­τού Μπερ­νάρ Τσου­μί και στο ελλη­νι­κό γρα­φείο του Μιχά­λη Φωτιά­δη της Αρχι­τε­κτο­νι­κή Συνερ­γα­σία ΕΠΕ. Το δεύ­τε­ρο βρα­βείο δόθη­κε στους αρχι­τέ­κτο­νες Ντά­νιελ Λίμπε­σκιντ, Δ. και Λ. Ποτη­ρο­πού­λου & Συνερ­γά­τες και το τρί­το στο Γρα­φείο Μελε­τών Α.Ν. Τομπά­ζη.

Το μου­σείο βρί­σκε­ται στην νότια κλι­τύ της Ακρο­πό­λε­ως, στο οικό­πε­δο του πρώ­ην στρα­το­πέ­δου Μακρυ­γιάν­νη, σε ευθεία από­στα­ση 280 μέτρων από τον Παρ­θε­νώ­να. Η κύρια είσο­δος του κτη­ρί­ου βρί­σκε­ται επί της οδού Διο­νυ­σί­ου Αρε­ο­πα­γί­του ενώ περι­κλεί­ε­ται από τις οδούς Μακρυ­γιάν­νη, Χατζη­χρή­στου και Μητσαί­ων. Εξυ­πη­ρε­τεί­ται από στον σταθ­μό «Ακρό­πο­λη» της γραμ­μής 2 του Μετρό. Υπάρ­χουν δευ­τε­ρεύ­ου­σες είσο­δοι από τις οδούς Μακρυ­γιάν­νη και Χατζηχρήστου.

Το σχέ­διο του Μπερ­νάρ Τσου­μί εμπλέ­κει τρεις συλ­λή­ψεις: το φως, την κίνη­ση και τον αρχι­τε­κτο­νι­κό προγραμματισμό.

Περιήγηση

Η δια­δρο­μή του επι­σκέ­πτη σχη­μα­τί­ζει ένα τρισ­διά­στα­το βρό­χο, προ­σφέ­ρο­ντας μια αρχι­τε­κτο­νι­κή και χωρι­κή εμπει­ρία με αφε­τη­ρία την αρχαιο­λο­γι­κή ανα­σκα­φή ως την αίθου­σα του Παρ­θε­νώ­να και πίσω.

Φωτισμός

Το μου­σείο βασί­ζε­ται σε μεγά­λο βαθ­μό στον φυσι­κό φωτι­σμό, καθώς παρου­σιά­ζει κυρί­ως έργα γλυ­πτι­κής τα οποία απαι­τούν δια­φο­ρε­τι­κές συν­θή­κες φωτι­σμού από άλλους τύπους μουσείων.

Αρχιτεκτονική

Το μου­σείο δομεί­ται γύρω από ένα πυρή­να από σκυ­ρό­δε­μα με τις ακρι­βείς δια­στά­σεις της ζωφό­ρου του Παρ­θε­νώ­να. Μέσα στον πυρή­να τοπο­θε­τού­νται οι χώροι υπο­στή­ρι­ξης ενώ γύρω του, και στο αίθριο που δημιουρ­γεί­ται, ανα­πτύσ­σο­νται οι εκθε­σια­κοί χώροι του μουσείου.

Το κτή­ριο στη­ρί­ζε­ται σε υπε­ρυ­ψω­μέ­νους πυλώ­νες θεμε­λιω­μέ­νους ανά­με­σα στις αρχαιό­τη­τες για την καλύ­τε­ρη προ­στα­σία του αρχαιο­λο­γι­κού χώρου. Σε αρκε­τά σημεία, στο εσω­τε­ρι­κό και το εξω­τε­ρι­κό του κτη­ρί­ου, τα δάπε­δα είναι δια­φα­νή, επι­τρέ­πο­ντας την θέα­ση των υπο­κεί­με­νων αρχαιο­τή­των. Το μου­σείο παρέ­χει ακό­μη ένα αμφι­θέ­α­τρο 200 θέσε­ων, αίθου­σα εικο­νι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, χώρο επι­σή­μων και αίθου­σα περιο­δι­κών εκθέσεων.

Εκθέματα

Οι συλ­λο­γές του μου­σεί­ου εκτί­θε­νται σε τέσ­σε­ρα επί­πε­δα ενώ ένα πέμ­πτο στε­γά­ζει τους βοη­θη­τι­κούς χώρους όπως το εστια­τό­ριο, το πωλη­τή­ριο και την αίθου­σα επισήμων.

  • Το επί­πε­δο της ανα­σκα­φής βρί­σκε­ται κάτω από το κτή­ριο του μου­σεί­ου και κατέ­στη επι­σκέ­ψι­μο στο τέλος του 2011.
  • Στο πρώ­το επί­πε­δο του μου­σεί­ου παρου­σιά­ζο­νται τα ευρή­μα­τα των κλι­τύ­ων της Ακρο­πό­λε­ως ενώ η μακριά ορθο­γώ­νια αίθου­σα, το επι­κλι­νές δάπε­δο και η κλί­μα­κα στο τέλος της παρα­πέ­μπουν στην ανά­βα­ση στον βρά­χο. Στη νότια πλευ­ρά της αίθου­σας παρου­σιά­ζο­νται ευρύ­μα­τα από τα σπί­τια και τους τάφους των κατοί­κων των κλι­τύ­ων της Ακρό­πο­λης, γλυ­πτά από την Οικία του Πρό­κλου, ανα­θή­μα­τα από τα μικρά ιερά της Οικί­ας της Πηγής, της Ουρα­νί­ας Αφρο­δί­της και του Έρω­τα, του Πανός, της Αγλαύ­ρου και του Απόλ­λω­να. Στη βόρεια πλευ­ρά της αίθου­σας εκτί­θε­νται κερα­μι­κά αγγεία, ανα­θη­μα­τι­κοί πίνα­κες και άλλα αφιε­ρώ­μα­τα από το ιερό της Νήφης, καθώς και ανα­θή­μα­τα από το Ιερό του Ασκλη­πιού και το ιερό του Διο­νύ­σου.
Η αίθου­σα των αρχαϊ­κών γλυπτών.
  • Στο δεύ­τε­ρο επί­πε­δο, σε μια μεγά­λη τρα­πε­ζοη­δή αίθου­σα, παρου­σιά­ζο­νται αντι­κεί­με­να από την μυκη­ναϊ­κή ως την πρώ­ι­μη κλα­σι­κή επο­χή της Ακρόπολης.
Στα βορειο­α­να­το­λι­κά, αμέ­σως αρι­στε­ρά από την κλί­μα­κα βρί­σκο­νται τα αντι­κεί­με­να από την μυκη­ναϊ­κή περί­ο­δο, όταν ακό­μη η Ακρό­πο­λη ήταν τόπος κατοί­κη­σης και λατρεί­ας στην έδρα του τοπι­κού άρχο­ντα. Την μετα­τρο­πή της Ακρό­πο­λης σε ιερό χώρο σημα­το­δο­τεί το χάλ­κι­νο ακρω­τή­ριο του πρώ­του ναΐ­σκου της Αθη­νάς Πολιάδος.
Η έκθε­ση των αρχαϊ­κών έργων συγκρο­τεί­ται από επτά ενό­τη­τες με βάση θεμα­τι­κά και χρο­νο­λο­γι­κά κρι­τή­ρια. Οι ενό­τη­τες είναι:
  1. Αρχι­τε­κτο­νι­κά γλυ­πτά και τμή­μα­τα αρχαϊ­κών κτι­ρί­ων. Παρου­σιά­ζο­νται τα αετω­μα­τι­κά γλυ­πτά του Εκα­τό­μπε­δου και του Αρχαί­ου Ναού καθώς και τα μικρό­τε­ρα πώρι­να αετώ­μα­τα από τα πρώ­τα ιερά της Ακρόπολης.
  2. Σημα­ντι­κά ανα­θη­μα­τι­κά γλυ­πτά νησιώ­τι­κων εργα­στη­ρί­ων κυρί­ως Ναξια­κών και Πάριων.
  3. Γλυ­πτά πρώ­ι­μων αττι­κών εργα­στη­ρί­ων με επί­κε­ντρο τον Μοσχο­φό­ρο.
  4. Γλυ­πτά της μέσης αρχαϊ­κής περιό­δου από την Αττι­κή με κεντρι­κό έκθε­μα την Πεπλο­φό­ρο.
  5. Τα ανα­θή­μα­τα των Ιππέ­ων με κεντρι­κό έκθε­μα τον Ιππέα Ράμπλιν.
  6. Μνη­μεια­κά Αττι­κά έργα με επί­κε­ντρο την Κόρη του Αντή­νο­ρα.
  7. Κόρες και άλλα έργα της ύστε­ρης αρχαϊ­κής περιό­δου και των πρώ­ι­μων κλα­σι­κών χρό­νων. Σημα­ντι­κά μετα­ξύ αυτών, η Νίκη του Καλ­λι­μά­χου, ο Έφη­βος του Κρι­τί­ου, η Κόρη του Ευθυ­δί­κου, ο Ξαν­θός Έφη­βος και το ανά­γλυ­φο της Σκε­πτό­με­νης Αθη­νάς.
Στο βορειο­δυ­τι­κό τμή­μα της αίθου­σας βρί­σκο­νται τα αντι­κεί­με­να που ακο­λου­θούν την κατα­σκευή του Παρ­θε­νώ­να και τα οποία ο επι­σκέ­πτης βλέ­πει μετά την αίθου­σα του Παρθενώνα.
  1. Στην ενό­τη­τα των Προ­πυ­λαί­ων παρου­σιά­ζο­νται αρχι­τε­κτο­νι­κά μέλη από τα Προ­πύ­λαια και σχε­τι­κές επιγραφές
  2. Στην ενό­τη­τα της Αθη­νάς Νίκης παρου­σιά­ζο­νται τα γλυ­πτά του θωρα­κί­ου και της ζωφό­ρου του ναού.
  3. Στην ενό­τη­τα του Ερε­χθεί­ου παρου­σιά­ζο­νται οι ζωφό­ροι, οι Καρυά­τι­δες και οι οικο­δο­μι­κές επι­γρα­φές του κτηρίου.
  4. Στην ενό­τη­τα των μετα­παρ­θε­νώ­νειων και μετα­γε­νέ­στε­ρων έργων εκτί­θε­νται σύνο­λα έργων από την κλα­σι­κή επο­χή ως την ύστε­ρη αρχαιό­τη­τα και τους πρώ­τους χρι­στια­νι­κούς χρόνους.
  • Στο ανώ­τα­το επί­πε­δο του μου­σεί­ου βρί­σκε­ται η αίθου­σα του Παρ­θε­νώ­να, όπου εκτί­θε­νται όλα τα σωζό­με­να στην Αθή­να γλυ­πτά του μνη­μεί­ου. Η αίθου­σα έχει τον προ­σα­να­το­λι­σμό του Παρ­θε­νώ­να. Οι δια­φα­νείς υαλο­πί­να­κες επι­τρέ­πουν την άμε­ση οπτι­κή επα­φή με το αρχι­τε­κτο­νι­κό μνη­μείο από το οποίο προ­έρ­χο­νται ενώ προ­σο­μοιά­ζουν τις αρχι­κές συν­θή­κες φωτι­σμού των γλυ­πτών. Από την αίθου­σα αυτή είναι δυνα­τή η πανο­ρα­μι­κή θέα­ση μεγά­λου μέρους της Αθή­νας. Ο επι­σκέ­πτης ανε­βαί­νει αρχι­κά στον πυρή­να της αίθου­σας όπου παρου­σιά­ζε­ται επο­πτι­κό υλι­κό, επι­γρα­φές και βίντεο σχε­τι­κά με τον Παρ­θε­νώ­να, την κατα­σκευή και την ιστο­ρία του μνη­μεί­ου. Το δάπε­δο αυτής της αίθου­σας είναι δια­φα­νές και επι­τρέ­πει την θέα­ση και τον φωτι­σμό της αρχαιο­λο­γι­κής ανα­σκα­φής του ισογείου.
Η ζωφό­ρος του Παρ­θε­νώ­να ανα­πτύσ­σε­ται σε ύψος 1.50μ. ενσω­μα­τω­μέ­νη στον κεντρι­κού πυρή­να του κτη­ρί­ου. Η ζωφό­ρος απει­κο­νί­ζει την πομπή των Πανα­θη­ναί­ων προς την Ακρό­πο­λη και την προ­σφο­ρά του πέπλου στο ξόα­νο της Θεάς.
Οι μετό­πες του ναού αναρ­τή­θη­καν σε ύψος 2.65μ. μετα­ξύ των ανο­ξεί­δω­των χαλύ­βδι­νων κιό­νων που στη­ρί­ζουν την ορο­φή της αίθου­σας. Οι μετό­πες απει­κο­νί­ζουν τις μυθι­κές μάχες θεών και ανθρώ­πων: Κενταυ­ρο­μα­χίαΓιγα­ντο­μα­χίαΑμα­ζο­νο­μα­χία και τον Τρω­ι­κό Πόλε­μο.
Τα αετώ­μα­τα του ναού τοπο­θε­τή­θη­καν σε χαμη­λές βάσεις από τσι­μέ­ντο ώστε να είναι ορα­τά και τα έως τότε αθέ­α­τα μέρη των γλυ­πτών. Το ανα­το­λι­κό παρου­σιά­ζει την γέν­νη­ση της Αθη­νάς από το κεφά­λι του Δία, παρου­σία των άλλων θεών και ηρώ­ων. Το δυτι­κό αέτω­μα παρου­σιά­ζει την δια­μά­χη Ποσει­δώ­να και Αθη­νάς για την Αττι­κή.

Τα πρω­τό­τυ­πα γλυ­πτά συν­δυά­ζο­νται με εκμα­γεία των γλυ­πτών που βρί­σκο­νται σε μου­σεία του εξω­τε­ρι­κού. Σε αντί­θε­ση με το Βρε­τα­νι­κό Μου­σείο, όπου τα γλυ­πτά είναι στραμ­μέ­να προς το κέντρο της αίθου­σας Duveen, στο μου­σείο της Ακρό­πο­λης βρί­σκο­νται στην θέση που θα είχαν στον Παρθενώνα.

Αξιοσημείωτα γεγονότα

  • Πριν και κατά την κατα­σκευή του μου­σεί­ου ξέσπα­σε δια­μά­χη σχε­τι­κά με τα σχέ­δια για το νέο μου­σείο και το κατά πόσο ήταν θεμι­τό να κατα­σκευα­στεί στον αρχαιο­λο­γι­κό χώρο. Ακό­μη ένας λόγος ανη­συ­χί­ας ήταν το κατά πόσο θα μπο­ρού­σε να εντα­χθεί στον χώρο το μεγά­λο μοντέρ­νο κτή­ριο του μουσείου.
  • Το 2007, δημιουρ­γή­θη­κε ακό­μη μια δια­μά­χη σχε­τι­κά με την κατε­δά­φι­ση δυο δια­τη­ρη­τέ­ων κτι­ρί­ων, στους αριθ­μούς 17 και 19, της οδού Διο­νυ­σί­ου Αρε­ο­πα­γί­του, για την καλύ­τε­ρη οπτι­κή σύν­δε­ση του μου­σεί­ου και της Ακρό­πο­λης, όπως ισχυ­ρι­ζό­ταν ο Μπερ­νάρ Τσου­μί, ο οποί­ος έδει­ξε φωτο­γρα­φί­ες της Ακρό­πο­λης έχο­ντας αφαι­ρέ­σει ψηφια­κά τα δυο κτί­ρια και τα ψηλά δέντρα μπρο­στά τους. Η Ελλη­νι­κή κυβέρ­νη­ση ήρε την προ­στα­σία των κτι­ρί­ων, παρό­λο που το ένα (αριθ­μός 19) είναι Νεο­κλα­σι­κής και το άλλο (αριθ­μός 17) Αρ Ντε­κό αρχι­τε­κτο­νι­κής. Για την σχε­δια­ζό­με­νη κατε­δά­φι­ση δια­μαρ­τυ­ρή­θη­καν έντο­να και διε­θνείς οργα­νι­σμοί όπως το INTBAU και το ICOMOS.  Μέρος στην διέ­νε­ξη πήρε και ο συν­θέ­της Βαγ­γέ­λης Παπα­θα­να­σί­ου, ιδιο­κτή­της του κτη­ρί­ου αρ. 19. Ο συν­θέ­της ισχυ­ρί­σθη­κε πως ο πραγ­μα­τι­κός λόγος της κατε­δά­φι­σης είναι ώστε να έχει θέα το εστια­τό­ριο του μου­σεί­ου προς την Ακρό­πο­λη. Μετά τις εγχώ­ριες και διε­θνείς αντι­δρά­σεις το σχέ­διο για ενδε­χό­με­νη κατε­δά­φι­ση ή μετα­φο­ρά των κτη­ρί­ων εγκαταλείφθηκε.
  • Με από­φα­ση του προ­έ­δρου του Μου­σεί­ου Δημή­τρη Παντερ­μα­λή λογο­κρί­θη­κε βίντεο του διε­θνούς φήμης σκη­νο­θέ­τη Κώστα Γαβρά, με το οποίο ενη­με­ρώ­νο­νταν οι επι­σκέ­πτες του μου­σεί­ου για την ιστο­ρία και τις κατα­στρο­φές που υπέ­στη ήδη από τον 6ο αιώ­να ο Παρ­θε­νώ­νας από τους Χρι­στια­νούς. Μετά τις διε­θνείς αντι­δρά­σεις, το βίντεο απο­κα­τα­στά­θη­κε στην αρχι­κή του μορφή.
  • Τα τελευ­ταία χρό­νια σε κάθε αυγου­στιά­κη παν­σέ­λη­νο, το μου­σείο είναι ανοι­κτό μέχρι αργά το βρά­δυ και δέχε­ται του επι­σκέ­πτες δωρε­άν . Την ίδια βρα­διά γίνε­ται συναυ­λία στον προ­αύ­λιο χώρο του μουσείου.

Διακρίσεις

  • Τον Μάιο του 2013 η βρε­τα­νι­κή εφη­με­ρί­δα Sunday Times κατέ­τα­ξε το Μου­σείο της Ακρό­πο­λης στην 3η θέση στη σχε­τι­κή λίστα με τα 50 καλύ­τε­ρα Μου­σεία του κόσμου.
  • Το νέο κτή­ριο του μου­σεί­ου βρέ­θη­κε ανά­με­σα στις έξι επι­κρα­τέ­στε­ρες υπο­ψη­φιό­τη­τες για το βρα­βείο σύγ­χρο­νης αρχι­τε­κτο­νι­κής της Ευρω­παϊ­κής Ένω­σης «Mies van der Rohe». Η τελε­τή απο­νο­μής πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στις 20 Ιου­νί­ου 2011 στη Βαρκελώνη.
  • Τον Νοέμ­βριο του 2010 σε δια­γω­νι­σμό της Ένω­σης Δημο­σιο­γρά­φων Του­ρι­στι­κών Συντα­κτών Μεγά­λης Βρε­τα­νί­ας ψηφί­σθη­κε ως το Καλύ­τε­ρο Μου­σείο του Κόσμου.
  • Η διε­θνής καλ­λι­τε­χνι­κή επι­θε­ώ­ρη­ση The Art Newspaper κατέ­τα­ξε το μου­σείο της Ακρό­πο­λης στην 25η θέση ανά­με­σα στα 100 πιο δημο­φι­λή μου­σεία τέχνης στον κόσμο για το 2010, με 1.355.720 επισκέπτες.

πηγή: wikipedia

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
Αφήστε μια απάντηση

Σημείωση πριν τη φόρμα σχολίων

Σημείωση μετά ΄τη φόρμα σχολίων