- Διαφήμιση -

- Διαφήμιση -

Πώς είναι να κάνεις καθημερινά το δρομολόγιο Κόρινθος-Αθήνα με τον προαστιακό

Οι φυλές του τρένου και οι εμπειρίες μίας καθημερινότητας 10 χρόνων

Γρά­φει η Δήμη­τρα Ζάρκου

«Πεντέ­λη – Κιά­το μια γει­το­νιά…». Κάπως έτσι ήταν το σλό­γκαν όταν ο Προ­α­στια­κός ξεκί­νη­σε το ταξί­δι του για να φέρει πιο κοντά την Αθή­να με περι­φε­ρεια­κές περιο­χές. Και να κάνει πιο εύκο­λη τη μετα­κί­νη­ση των επι­βα­τών, αλλά και να δώσει την ευκαι­ρία σε εκεί­νους που από και­ρό επι­θυ­μού­σαν την απο­κέ­ντρω­ση, αλλά οι δου­λειές τους δεν τους επέ­τρε­παν να φύγουν από το κλει­νόν άστυ.

Ήταν τον Σεπτέμ­βριο του 2005, όταν παρα­δό­θη­κε στο κοι­νό η γραμ­μή προς Κόριν­θο και μαζί με τον προ­α­στια­κό πολ­λοί ήταν εκεί­νοι που μετα­κό­μι­σαν για μία πιο ποιο­τι­κή ζωή. Άλλοι επέ­στρε­ψαν στα πατρι­κά τους, άλλοι έκα­ναν κύρια κατοι­κία τα εξο­χι­κά και άλλοι αγό­ρα­σαν σπί­τι στην περιο­χή, μιας και εκεί­νη την επο­χή ακό­μη έδι­ναν δάνεια οι τρά­πε­ζες για αγο­ρές. Και οι τιμές στην επαρ­χία ήταν σαφώς οικονομικότερες.

Δύο χρό­νια αργό­τε­ρα και η γραμ­μή επε­κτά­θη­κε μέχρι το Κιά­το. Και ο κόσμος που επέ­λε­ξε να κάνει την αλλα­γή στη ζωή του, όλο και αυξα­νό­ταν. Τα δρο­μο­λό­για συχνά (ανά μία ώρα) και η από­στα­ση κοντι­νή. Για­τί αν τα βάλεις κάτω, η μία ώρα και περισ­σό­τε­ρο που «τρως» μέσα στην κίνη­ση της Αθή­νας για να πας στη δου­λειά σου είναι η ίδια χρο­νι­κά με το να έρθεις από την Κόρινθο.

Ανά­με­σα σε εκεί­νους, λοι­πόν, που πήραν το δρό­μο της επι­στρο­φής, επι­λέ­γο­ντας να μένουν στην επαρ­χία και να έρχο­νται καθη­με­ρι­νά με τον προ­α­στια­κό στην Αθή­να λόγω εργα­σί­ας, είμαι κι εγώ. Δέκα χρό­νια κάνω το δρο­μο­λό­γιο Κόριν­θος-Αθή­να και μπο­ρεί όποιος το ακού­ει στην αρχή να παθαί­νει ένα μικρό σοκ (αυτό το «πώς την παλεύ­εις βρε παι­δί μου», δεν ξέρω κι εγώ πόσες φορές το έχω ακού­σει), όμως, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τά δεν είναι και κανέ­νας άθλος. Ή μήπως είναι;

Η μικρή κοινωνία του τρένου

Επει­δή είμαι φύσει αισιό­δο­ξος άνθρω­πος, λέω να ξεκι­νή­σω την αφή­γη­σή μου με τη ρομα­ντι­κή πλευ­ρά του καθη­με­ρι­νού μου ταξι­διού. Για­τί υπάρ­χει και αυτή.

Δεκα­τρία χρό­νια έμε­να στην Αθή­να και δόξα τω Θεώ, ξέρω από καλό μπο­τι­λιά­ρι­σμα. Να είσαι μέσα στο αυτο­κί­νη­το, κολ­λη­μέ­νος στην κίνη­ση και ανή­μπο­ρος να δρα­πε­τεύ­σεις. Ένα σκη­νι­κό άκρως αγο­ρα­φο­βι­κό και απο­λύ­τως αγχω­τι­κό, μέχρι να φτά­σεις στη δου­λειά σου.

Με τον προ­α­στια­κό δεν τα έχεις αυτά. Ξεκι­νάς το πρωί το ταξί­δι σου, με μία δια­δρο­μή που σου προ­σφέ­ρει υπέ­ρο­χες εικό­νες που σε ηρε­μούν, όπως το γαλά­ζιο της θάλασ­σας και το μπλε του ουρα­νού. Του καθα­ρού ουρα­νού. Αν, πάλι, νυστά­ζεις, ρίχνεις έναν υπνά­κο, χωρίς άγχος αφού θα σε ξυπνή­σει ο διπλα­νός σου, όταν φτάσετε.

Για­τί ναι, στο τρέ­νο, μετά από τόσα χρό­νια όλοι έχου­με γίνει φίλοι. Η «παρέα του προ­α­στια­κού». Φίλοι που ανέλ­πι­στα μπή­καν στη ζωή σου, με τους οποί­ους μοι­ρά­ζε­σαι ένα μέρος της καθη­με­ρι­νό­τη­τάς σου και με τον και­ρό, μοι­ρά­ζε­σαι και τα προ­βλή­μα­τά σου, τις έγνοιες σου και τις χαρές σου.

Και σε αυτούς που απο­ρούν πώς δεν κου­ρά­ζε­σαι καθη­με­ρι­νά να ανε­βο­κα­τε­βαί­νεις με το τρέ­νο, η απά­ντη­ση είναι πως με την παρέα που έχε­τε δημιουρ­γή­σει, η ώρα περ­νά­ει χωρίς να το κατα­λά­βεις. Με κου­βέ­ντα, γέλια, ακό­μη και με επι­τρα­πέ­ζια παι­χνί­δια. Κι αλί­μο­νο — εδώ που τα λέμε — σε αυτούς που κάθο­νται δίπλα, για­τί είμα­στε πολλοί.

Καθη­με­ρι­νά το τρέ­νο το χρη­σι­μο­ποιούν (μόνι­μοι επι­βά­τες που εργά­ζο­νται στην Αθή­να) περισ­σό­τε­ρα από 1000 άτο­μα, από το Κιά­το μέχρι τη Νέα Πέρα­μο, που θεω­ρεί­ται και το προ­α­στια­κό κομ­μά­τι. Μεγά­λος αριθ­μός, η αλή­θεια είναι. Για εμάς που μετα­κι­νού­μα­στε καθη­με­ρι­νά, υπάρ­χει η κάρ­τα απε­ριο­ρί­στων δια­δρο­μών, η οποία σε κόστος δεν είναι μεγα­λύ­τε­ρη σε σχέ­ση με τα έξο­δα βεν­ζί­νης, αν μένεις στην Αθή­να και πηγαί­νεις στην εργα­σία σου με το αυτο­κί­νη­το. Μία ή άλλη, σε αυτό το κομμάτι.

Η άλλη πλευρά του νομίσματος

Κάθε νόμι­σμα έχει δύο πλευ­ρές. Έτσι, και ο προ­α­στια­κός. Η μία πλευ­ρά είναι η ρομα­ντι­κή, η ωραία. Υπάρ­χει, όμως και η άλλη που συχνά σε βγά­ζει από τα ρού­χα σου και σε κάνει να σιχτι­ρί­ζεις την ώρα που πήρες την από­φα­ση να κάνεις το πάνω-κάτω με τον προαστιακό.

Απί­στευ­το στρι­μω­ξί­δι. Βλέ­πεις βιντε­ά­κια από την Ινδία για παρά­δειγ­μα που είναι ο ένας πάνω στον άλλον κι απ’ έξω ένας σε ρόλο σπρώ­χτη να προ­σπα­θεί να τους χωρέ­σει όλους. Ε, κάπως έτσι είναι και η κατά­στα­ση στον προ­α­στια­κό καθη­με­ρι­νά, στα εσω­τε­ρι­κά δρο­μο­λό­για (Πει­ραιάς – Αερο­δρό­μιο και τού­μπα­λιν) σε ώρες αιχμής.

Ο ένας είναι πάνω στον άλλον, η κατά­στα­ση είναι απελ­πι­στι­κά αφό­ρη­τη κι επι­κίν­δυ­νη για τη σωμα­τι­κή σου ακε­ραιό­τη­τα. Ίσως να σου φαί­νε­ται υπερ­βο­λι­κό, αλλά ούτε μια και δυο φορές, επι­βά­τες είναι στα όρια της λιπο­θυ­μί­ας από την ασφυ­ξία. Και δυστυ­χώς, η κατά­στα­ση όχι μόνο δεν βελ­τιώ­νε­ται, αλλά χει­ρο­τε­ρεύ­ει, όταν έρχο­νται οι καθυ­στε­ρή­σεις των δρο­μο­λο­γί­ων, ως κερα­σά­κι στην τούρτα.

Άλλη πονε­μέ­νη ιστο­ρία για τον επι­βά­τη του προ­α­στια­κού. Οι καθυ­στε­ρή­σεις… που μπο­ρεί να είναι ολι­γό­λε­πτες έως και μεγά­λες. Και το πρό­βλη­μα είναι πως στη δεύ­τε­ρη περί­πτω­ση δεν έχεις καμία ενη­μέ­ρω­ση. Δεν έχεις πού να απευ­θυν­θείς κι έτσι μένεις να περι­μέ­νεις πότε θα έρθει το τρέ­νο, με το άγχος πως θα καθυ­στε­ρή­σεις – άγνω­στο πόσο – στην εργα­σία σου.

Κι αν περι­μέ­νεις σε σταθ­μό, όπως οι Κάτω Αχαρ­ναί τον χει­μώ­να, μένεις εκτε­θει­μέ­νος στη βρο­χή και στο κρύο, αφού δεν έχεις πού να προ­στα­τευ­τείς. Και όχι η οδύσ­σεια της καθυ­στέ­ρη­σης δε στα­μα­τά εδώ: αν αργή­σει το εσω­τε­ρι­κό δρο­μο­λό­γιο του Αερο­δρο­μί­ου, δεν είναι λίγες οι φορές που η αντα­πό­κρι­ση για το Κιά­το δεν σε περι­μέ­νει. Κι έτσι μένεις μια ώρα πίσω να περι­μέ­νεις το επό­με­νο δρο­μο­λό­γιο, για­τί έτσι δεν έχεις τι άλλο να κάνεις και λες «ας σκο­τώ­σω την ώρα μου περι­μέ­νο­ντας στο Λαρί­σης ή στα Άνω Λιόσια».

Για να μην ανα­φερ­θού­με στις αλλα­γές των δρο­μο­λο­γί­ων, λόγω κάποιου προ­βλή­μα­τος που προ­έ­κυ­ψε. Εκεί, να δεις ταλαι­πω­ρία και καθυ­στε­ρή­σεις. Και πάντα υπάρ­χει η περί­πτω­ση, το πρό­βλη­μα να καθυ­στε­ρή­σει να απο­κα­τα­στα­θεί και μέχρι τότε, ανα­γκά­ζε­σαι είτε να παίρ­νεις το αυτο­κί­νη­τό σου για να έρθεις στην Αθή­να (άρα επι­πλέ­ον έξο­δα), είτε να πάρεις άδεια, είτε να δου­λέ­ψεις από το σπί­τι, αν υπάρ­χει αυτή η δυνατότητα.

Η αλή­θεια είναι πως ως επι­βά­τες έχου­με απευ­θυν­θεί ουκ ολί­γες φορές στην Τραι­νο­σέ, για να βρε­θεί μία λύση. Η κατά­στα­ση είναι απελ­πι­στι­κά ανυ­πό­φο­ρη και η ιδέα ότι δίνεις 150 ευρώ το μήνα (τόση είναι αξία της κάρ­τας για το Κόριν­θος-Αθή­να) για να είσαι όρθιος και στρι­μωγ­μέ­νος, πολ­λές φορές σε κάνει να ανα­θε­ω­ρείς για το αν έκα­νες καλά που μετακόμισες.

Μάλι­στα, σχε­δόν καθη­με­ρι­νά εκτυ­λίσ­σο­νται διά­φο­ρα σκη­νι­κά, που άλλο­τε σε κάνουν να γελάς και άλλο­τε να ανα­ρω­τιέ­σαι: για­τί βασα­νί­ζεις έτσι τον εαυ­τό σου.

Οι φυλές του προαστιακού

Πεί­τε το χούι, αλλά ανέ­κα­θεν μου άρε­σε να παρα­τη­ρώ τους ανθρώ­πους. Και στο τρέ­νο είναι τόσοι πολ­λοί και μόνι­μοι ταξι­διώ­τες, που μετά από τόσα χρό­νια τούς έχω δια­κρί­νει σε… φυλές. Οι φυλές του προ­α­στια­κού. Έχου­με και λέμε λοιπόν:

Οι τζα­μπα­τζή­δες: Αν νομί­ζεις πως στον προ­α­στια­κό είναι δύσκο­λο να μπεις τσά­μπα, μάλ­λον δεν τον έχεις χρη­σι­μο­ποι­ή­σει. Ή δεν έχεις βρε­θεί μάρ­τυ­ρας σε σκη­νι­κό όπου ο ελεγ­κτής τον «τσα­κώ­νει» χωρίς εισι­τή­ριο. Αν και ως φαι­νό­με­νο είναι σχε­δόν καθη­με­ρι­νό. Και κάθε φορά ακο­λου­θεί και κάποιο μικρό ή μεγά­λο επει­σό­διο, μιας και ο τζα­μπα­τζής ζητά­ει και τα ρέστα, κάνο­ντας φασαρία.

Μάλι­στα, έχου­με γίνει μάρ­τυ­ρες να επι­τί­θε­ται στον ελεγ­κτή, είτε λεκτι­κά, είτε απει­λώ­ντας τον να φέρει την παρέα του και να τον πλα­κώ­σει, είτε και σωμα­τι­κά. Βέβαια, οι περισ­σό­τε­ροι τζα­μπα­τζή­δες είναι στα εσω­τε­ρι­κά δρο­μο­λό­για στην Αθή­να, αφού ποτέ δεν μπαί­νει έλεγ­χος, ενώ έχει τόσο κόσμο που και να υπήρ­χε, δεν θα έκα­νε καν τη διαδρομή.

Ο γκρι­νιά­ρης: Και να μην έχεις μέσα σου τη γκρί­νια, με τα ευτρά­πε­λα του προ­α­στια­κού κάποια στιγ­μή θα σου βγει. Αλλά υπάρ­χουν και αυτοί, οι γεν­νη­μέ­νοι γκρι­νιά­ρη­δες που τους φταί­νε όλα. Μα όλα. Δεν τους αρέ­σει τίπο­τε στο τρέ­νο. Και για­τί μάνα μου το χρη­σι­μο­ποιείς και δεν μας αφή­νεις και εμάς στην ησυ­χία μας;

Τα παρε­ά­κια: Μετά από τόσα χρό­νια, λογι­κό είναι να δημιουρ­γη­θούν μέσα στο τρέ­νο διά­φο­ρες παρέ­ες. Άλλες μικρές κι άλλες πιο μεγά­λες. Αλλά όλες τους φασα­ριό­ζες. Σε άλλες παρέ­ες μιλά­νε και γελά­νε δυνα­τά, σε άλλες παί­ζουν επιτραπέζια…

Οι μονα­χι­κοί: Υπάρ­χουν και αυτοί οι τύποι. Τι κι αν κάνου­με χρό­νια το δρο­μο­λό­γιο; Προ­τι­μούν να κάθο­νται μόνοι τους και να μη συμ­με­τέ­χουν σε καμία παρέα. Άλλοι δια­βά­ζουν βιβλίο, άλλοι ακού­νε μου­σι­κή, άλλοι κοι­μού­νται ή βλέ­πουν ται­νία. Σπά­νια ανταλ­λάσ­σουν μια «καλη­μέ­ρα» με τους λοι­πούς συνε­πι­βά­τες και οι μόνες φορές που ακού­με τη φωνή τους, είναι σε κάποια καθυ­στέ­ρη­ση του τρένου.

 

Πηγή www.newsbeast.gr

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
Αφήστε μια απάντηση

Σημείωση πριν τη φόρμα σχολίων

Σημείωση μετά ΄τη φόρμα σχολίων