Ο άγνωστος παντοπώλης Βασίλειος Έξαρχος που έδωσε το όνομά του στα Εξάρχεια

Ανέδειξε τα χωράφια, σε μια από τις πλέον κεντρικές συνοικίες της Αθήνας

Την 14η Ιου­λί­ου του 1910 στην Αθή­να, την πόλη όπου από νεα­ρός μόχθη­σε και εργά­στη­κε για όλη του τη ζωή, πεθαί­νει ο Βασί­λειος Έξαρ­χος, ένας σπου­δαί­ος «κρί­κος» στην «πολύ­τι­μη» αλυ­σί­δα των Ηπει­ρω­τών ευεργετών.

Από τις πλα­γιές του Σμό­λι­κα, ανα­ζή­τη­σε την τύχη του στην ελεύ­θε­ρη Αθή­να, στη συνοι­κία Πινα­κω­τά της άλλο­τε Νεά­πο­λης, δημιούρ­γη­σε περιου­σία, εκεί στην οδό Θεμι­στο­κλέ­ους, και έδω­σε το όνο­μα του στα Εξάρ­χεια.

Ο Βασί­λειος Έξαρ­χος, γεν­νή­θη­κε στην Στα­ρί­τσια­νη της Κόνι­τσας, την σκο­τει­νή επο­χή της Τουρ­κο­κρα­τί­ας, ξενι­τεύ­τη­κε, όμως δεν ξέχα­σε ποτέ το χωριό του, το οποίο δια δια­θή­κης, έγι­νε κάτο­χος στην περιου­σία του και σήμε­ρα είναι αυτο­δύ­να­μη οικο­νο­μι­κά τοπι­κή κοινότητα.

Την ιδιό­χει­ρη δια­θή­κη του, συνέ­τα­ξε στις 17 Μαρ­τί­ου του 1899. Η επι­θυ­μία του ήταν, μετά τον θάνα­το του, να περιέλ­θει όλη η περιου­σία του στην ιδιαί­τε­ρη πατρί­δα του, «το χωρί­ον Στα­ρί­τσια­νη της Επαρ­χί­ας Κονί­τσης της Ηπεί­ρου του Οθω­μα­νι­κού Κρά­τους», την σημε­ρι­νή Πουρνιά.

Όπως ανα­φέ­ρε­ται στο βιβλίο του δάσκα­λου Χρι­στό­δου­λου Χρη­στί­δη, από την Πουρ­νιά, μετά τον θάνα­το τού Βασί­λειου Εξάρ­χου και με την 5226/1900 από­φα­ση του Πρω­το­δι­κεί­ου Αθη­νών, η δια­θή­κη κηρύ­χτη­κε κυρία και η κοι­νό­τη­τα, αφού απο­δέ­χτη­κε την ευερ­γε­σία, έγι­νε κάτο­χος της περιου­σί­ας του.

Η σπου­δαιό­τη­τα του κλη­ρο­δο­τή­μα­τος για το χωριό, είναι πολύ μεγά­λη, τονί­ζει στο Αθη­ναϊ­κό Πρα­κτο­ρείο Ειδή­σε­ων ο Χρή­στος Μάν­τζιος, μέλος της 3μελους Δια­χει­ρι­στι­κής Επι­τρο­πής, «καθώς απο­τε­λεί ένα σημα­ντι­κό έσοδο».

Όπως εξη­γεί, για τη δια­χεί­ρι­ση της περιου­σί­ας, των χρη­μα­τι­κών ποσών από τα ενοί­κια και τους τόκους των κατα­θέ­σε­ων, ανα­φέ­ρε­ται ρητά στην δια­θή­κη ότι ορί­ζε­ται 3μελης Δια­χει­ρι­στι­κή Επι­τρο­πή καθώς και 3μελης Εξε­λεγ­κτι­κή της Δια­χει­ρι­στι­κής, οι οποί­ες εκλέ­γο­νται ανά τρία χρό­νια από τους κατοί­κους του χωριού.

Στην Πουρ­νία, ανα­φέ­ρει ο κ. Μαν­τζιος, έγι­ναν κοι­νω­φε­λή έργα, με σημα­ντι­κό­τε­ρο το Δημο­τι­κό Σχο­λείο στην πλα­τεία του χωριού. Παράλ­λη­λα οι οικο­νο­μι­κοί πόροι δια­τί­θε­νται για την κατα­σκευή δρό­μων, τοι­χί­ων αντι­στή­ρι­ξης, κατα­σκευή και επι­σκευή νέων και παλιών καλ­ντε­ρι­μιών, τοι­χο­ποι­ί­ες και αλλά, που βελ­τί­ω­σαν την δια­βί­ω­ση των κατοί­κων. Ο Βασί­λειος Έξαρ­χος δεν ξέχα­σε τους ανα­ξιο­πα­θού­ντες συγ­χω­ρια­νούς του. Η Δια­χει­ρι­στι­κή Επι­τρο­πή ενι­σχύ­ει οικο­νο­μι­κά από τα έσο­δα του κλη­ρο­δο­τή­μα­τος, τους χρο­νί­ως πάσχοντες.

Το πορ­τρέ­το του Βασί­λειου Έξαρ­χου, παρου­σιά­ζει στο βιβλίο, «Πουρ­νιά Κονί­τσης ‑Ιωαν­νί­νων. Το χωριό μου», ο Χρι­στό­δου­λος Χρη­στί­δης. Μέσα στις σελί­δες του ο συγ­γρα­φέ­ας με στοι­χεία και ντο­κου­μέ­ντα, απο­κα­λύ­πτει τον προ­σω­πι­κό αγώ­να του νεα­ρού Έξαρ­χου για την επι­βί­ω­ση και τελι­κά την επαγ­γελ­μα­τι­κή επιτυχία.

Στο χωριό του, όπως ανα­φέ­ρει στην δια­θή­κη του ο ευερ­γέ­της, «κατά πρώ­τον είδον το φως, ανε­τρά­φην και ηνδρώ­θην», και κατό­πι πήρε το δρό­μο της ξενι­τιάς, ως παρα­γιός σε μπου­λού­κι μαστόρων.

Ήταν νέος ανή­συ­χος, με φιλο­δο­ξί­ες. Εγκα­τέ­λει­ψε το μπου­λού­κι και κατέ­βη­κε στην ελεύ­θε­ρη Ελλά­δα, στην Αθή­να και άρχι­σε να δου­λεύ­ει σε μπακάλικο.

Με την εργα­τι­κό­τη­τα του, με στε­ρή­σεις, αλλά και την εκτί­μη­ση του αφε­ντι­κού του, ο νεα­ρός Βασί­λειος, έβα­λε τα θεμέ­λια της δικής του δου­λειάς και περιουσίας.

Κατό­πιν πολ­λών προ­σπα­θειών και με την βοή­θεια της Εθνι­κής Τρά­πε­ζας, αγό­ρα­σε ένα οικο­δο­μη­μέ­νο οικό­πε­δο στην θέση Πινα­κω­τά, της άλλο­τε συνοι­κί­ας Νεά­πο­λη Αθη­νών, ενώ αργό­τε­ρα ένα οικό­πε­δο στην συνοι­κία Κυψέ­λη.

Στη θέση Πινα­κω­τά, το ακί­νη­το, περιε­λάμ­βα­νε έναν φούρ­νο, δύο μαγα­ζιά, εκ των οποί­ων το ένα είχε υπό­γειο, ένα παντο­πω­λείο, το οποίο επί­σης είχε υπό­γειο, και ένα μικρό μαγει­ρείο. Πάνω από το παντο­πω­λείο υπήρ­χαν 3 δωμά­τια, όπου διέ­με­νε με την σύζυ­γο του Μαρία. Το παντο­πω­λείο το δού­λευε ο ίδιος, ενώ τα άλλα μαγα­ζιά τα ενοικίασε.

Όπως περι­γρά­φει, πολύ γλα­φυ­ρά, στο βιβλίο ο δάσκα­λος Χρη­στί­δης, ο Βασί­λειος Έξαρ­χος αν και ο ίδιος δεν είχε παι­διά αγκά­λια­σε με μεγά­λη αγά­πη τους ηπει­ρώ­τες φοι­τη­τές στην Αθή­να. Το παντο­πω­λείο είχε γίνει εντευ­κτή­ριο των ηπει­ρω­τών φοι­τη­τών. Εκεί, έβρι­σκαν συμ­βου­λές αλλά και οικο­νο­μι­κή βοήθεια.

Μετά τον θάνα­το του, και καθώς τα χρό­νια περ­νού­σαν η ανά­γκη κατε­δά­φι­σης των παλιών οικο­δο­μη­μά­των ήταν μεγά­λη. Οι επι­τρο­πές του κλη­ρο­δο­τή­μα­τος, κατά­φε­ραν ύστε­ρα από μεγά­λη προ­σπά­θεια προς όλες τις κατευ­θύν­σεις, το 1969, να πάρουν δάνειο από το Ταμείο Παρα­κα­τα­θη­κών και Δανεί­ων. Μαζί με χρή­μα­τα από το απο­θε­μα­τι­κό του «Εξάρ­χειου» κλη­ρο­δο­τή­μα­τος, ανε­γέρ­θη το νέο κτή­ριο, έργο που τελεί­ω­σε το 1972. Πρό­κει­ται, για ξενο­δο­χείο και δυο μαγα­ζιά στο ισόγειο.

Ο Βασί­λης Έξαρ­χος ανέ­δει­ξε τα χωρά­φια, σε μια από τις πλέ­ον κεντρι­κές συνοι­κί­ες της Αθήνας.

 

Πηγή www.news.gr

- Δια­φή­μι­ση -

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Τα σχόλια είναι κλειστά.