Μπάμπης Στέρτσος
Μια επιστήμη σε υποχώρηση ή η επιστήμη που χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ;
Κατά καιρούς διατυπώνεται η άποψη ότι η Κοινωνιολογία βρίσκεται σε υποχώρηση. Ότι η εποχή των μεγάλων κοινωνιολόγων έχει περάσει, ότι δεν παράγονται πλέον θεωρητικά έργα της εμβέλειας εκείνων του Μαρξ, του Βέμπερ, του Ντυρκέμ ή, αργότερα, του Μπουρντιέ, του Γκίντενς και του Μπάουμαν. Υπάρχει πράγματι μια βάση σε αυτή την παρατήρηση: η σύγχρονη κοινωνιολογική σκέψη σπανιότερα εμφανίζεται με τη μορφή μιας ενιαίας «μεγάλης θεωρίας» που φιλοδοξεί να ερμηνεύσει συνολικά την κοινωνία.
Από αυτό, όμως, μέχρι να υποστηρίξουμε ότι η Κοινωνιολογία έχασε τη σημασία της, υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Θα μπορούσε, μάλιστα, να υποστηριχθεί ακριβώς το αντίθετο: όσο πιο σύνθετος γίνεται ο κόσμος, τόσο περισσότερο χρειαζόμαστε την Κοινωνιολογία.
Από τις μεγάλες θεωρίες στις μεγάλες μεταβολές
Η Κοινωνιολογία γεννήθηκε σε μια εποχή τεράστιων ανατροπών. Η Βιομηχανική Επανάσταση, η αστικοποίηση, η εμφάνιση της μαζικής εργασίας, η ανάπτυξη του καπιταλισμού και η δημιουργία των σύγχρονων κρατών άλλαζαν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ζούσαν και αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους.
Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε αυτό το περιβάλλον εμφανίστηκαν οι μεγάλοι κλασικοί της κοινωνιολογικής σκέψης.
Ο Καρλ Μαρξ προσπάθησε να κατανοήσει τη σχέση ανάμεσα στην οικονομική οργάνωση, τις κοινωνικές τάξεις και την εξουσία. Ο Εμίλ Ντυρκέμ αναζήτησε τους δεσμούς που συγκρατούν μια κοινωνία και μελέτησε ακόμη και φαινόμενα που φαίνονταν απολύτως προσωπικά, όπως η αυτοκτονία, ως κοινωνικά γεγονότα. Ο Μαξ Βέμπερ διερεύνησε τη σχέση ανάμεσα στον πολιτισμό, την οικονομία, τη γραφειοκρατία, την εξουσία και τον εξορθολογισμό της σύγχρονης ζωής.
Στον 20ό αιώνα η παράδοση αυτή συνεχίστηκε και εμπλουτίστηκε. Ο Pierre Bourdieu ανέλυσε τους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους αναπαράγονται οι κοινωνικές ανισότητες. Ο Erving Goffman εξέτασε τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζουμε τον εαυτό μας στις καθημερινές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Ο Anthony Giddens επιχείρησε να γεφυρώσει την ανθρώπινη δράση με τις κοινωνικές δομές. Ο Zygmunt Bauman περιέγραψε τη σύγχρονη κοινωνία μέσα από την έννοια της «ρευστής νεωτερικότητας».
Σήμερα, ίσως να μην κυριαρχεί μία ενιαία θεωρία με την οποία επιχειρούμε να ερμηνεύσουμε ολόκληρη την κοινωνία. Αυτό όμως δεν σημαίνει εξαφάνιση της κοινωνιολογικής θεωρίας. Σημαίνει περισσότερο πολλαπλασιασμό των αντικειμένων της.
Η ίδια η International Sociological Association διαθέτει πλέον ειδικό πεδίο Ψηφιακής Κοινωνιολογίας, με αντικείμενο ακριβώς την ανάπτυξη θεωρητικής, εμπειρικής, μεθοδολογικής και κοινωνικοηθικής γνώσης για τη σχέση ψηφιακών τεχνολογιών και κοινωνίας. Παράλληλα, σύγχρονα ερευνητικά δίκτυα της Κοινωνιολογίας ασχολούνται με την Τεχνητή Νοημοσύνη, τους αλγορίθμους, την ψηφιοποίηση, τις ανισότητες, τη μετανάστευση, την κοινωνική πόλωση και τις νέες μορφές διακυβέρνησης.
Η μεγάλη χρησιμότητα της Κοινωνιολογίας
Υπάρχει ένα ερώτημα που χαρακτηρίζει ίσως καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο την κοινωνιολογική σκέψη:
Γιατί οι άνθρωποι συμπεριφέρονται όπως συμπεριφέρονται μέσα στην κοινωνία στην οποία ζουν;
Η ψυχολογία μπορεί να αναζητήσει απαντήσεις στο άτομο. Η οικονομική επιστήμη μπορεί να εξετάσει τα οικονομικά κίνητρα. Η πολιτική επιστήμη μπορεί να εξετάσει τους πολιτικούς θεσμούς και την εξουσία.
Η Κοινωνιολογία επιχειρεί κάτι διαφορετικό: να συνδέσει το άτομο με το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτό υπάρχει.
Ο C. Wright Mills το ονόμασε «κοινωνιολογική φαντασία»: την ικανότητα δηλαδή να συνδέουμε τη βιογραφία του ανθρώπου με την ιστορία και την κοινωνική δομή.
Ένας άνεργος μπορεί να θεωρήσει ότι απέτυχε προσωπικά. Όταν όμως εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι χάνουν την εργασία τους εξαιτίας μιας οικονομικής κρίσης ή ενός τεχνολογικού μετασχηματισμού, το ζήτημα δεν μπορεί πλέον να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως ατομικό πρόβλημα.
Γίνεται κοινωνικό φαινόμενο.
Αυτή ακριβώς η μετάβαση —από το «τι συμβαίνει σε μένα» στο «τι συμβαίνει στην κοινωνία και γιατί επηρεάζει τη ζωή μου»— βρίσκεται στον πυρήνα της Κοινωνιολογίας.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη ως νέο κοινωνιολογικό πεδίο
Ίσως το καλύτερο παράδειγμα της σημερινής αναγκαιότητας της Κοινωνιολογίας είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Ένας μηχανικός μπορεί να μας εξηγήσει πώς λειτουργεί ένα σύστημα ΤΝ.
Ένας οικονομολόγος μπορεί να εξετάσει πόσο αυξάνει την παραγωγικότητα.
Ένας νομικός μπορεί να εξετάσει ποιος ευθύνεται για τις αποφάσεις ενός αλγορίθμου.
Αλλά παραμένουν ορισμένα διαφορετικά ερωτήματα:
Τι συμβαίνει στην ταυτότητα ενός εργαζομένου όταν ένα μέρος της γνώσης που επί δεκαετίες αποτελούσε τη βάση του επαγγελματικού του κύρους μπορεί πλέον να παραχθεί από μια μηχανή;
Τι συμβαίνει στη σχέση εκπαιδευτικού και μαθητή όταν η γνώση δεν μεταδίδεται αποκλειστικά από τον άνθρωπο;
Τι συμβαίνει στην έννοια της αυθεντίας όταν ένας πολίτης συμβουλεύεται έναν αλγόριθμο αντί για έναν ειδικό;
Ποιος αποκτά δύναμη σε μια κοινωνία στην οποία τεράστιες ποσότητες γνώσης, πληροφορίας και προσωπικών δεδομένων συγκεντρώνονται σε λίγες τεχνολογικές πλατφόρμες;
Και τελικά: η Τεχνητή Νοημοσύνη μειώνει τις κοινωνικές ανισότητες ή δημιουργεί καινούργιες;
Αυτά δεν είναι πρωτίστως τεχνικά ερωτήματα. Είναι κοινωνιολογικά.
Οι πρώτες έρευνες δείχνουν μάλιστα πόσο σύνθετο είναι το ζήτημα. Ο OECD επισημαίνει ότι η ΤΝ μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα και να βοηθήσει εργαζομένους, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί ερωτήματα για την επιτήρηση στον χώρο εργασίας, την προστασία προσωπικών δεδομένων, την ένταση της εργασίας, την αυτοματοποίηση και τις ανισότητες. Σε έρευνες εργαζομένων που χρησιμοποιούσαν ΤΝ, τέσσερις στους πέντε δήλωσαν ότι βελτίωσε την απόδοσή τους και τρεις στους πέντε ότι αύξησε την ικανοποίησή τους από την εργασία. Την ίδια στιγμή, περίπου το 27% της απασχόλησης στις χώρες του OECD βρίσκεται σε επαγγέλματα που χαρακτηρίζονται ως υψηλού κινδύνου αυτοματοποίησης.
Η εικόνα, επομένως, δεν είναι απλώς «η ΤΝ θα καταργήσει θέσεις εργασίας». Είναι πολύ πιο σύνθετη. Η ΤΝ μεταβάλλει καθήκοντα, απαιτούμενες δεξιότητες, επαγγελματικές ιεραρχίες και ενδεχομένως τις σχέσεις μεταξύ περισσότερο και λιγότερο έμπειρων εργαζομένων. Σύγχρονες μελέτες του OECD εξετάζουν ήδη αυτές ακριβώς τις μεταβολές.
Και εδώ ακριβώς χρειάζεται η Κοινωνιολογία.
Από την κοινωνία των θεσμών στην κοινωνία των δικτύων και των αλγορίθμων
Η κοινωνία του 21ου αιώνα δεν είναι απλούστερη από εκείνη που μελετούσαν οι κλασικοί κοινωνιολόγοι. Είναι, πιθανότατα, περισσότερο περίπλοκη.
Ο άνθρωπος σήμερα ανήκει ταυτόχρονα σε φυσικές και ψηφιακές κοινότητες. Εργάζεται σε έναν χώρο, επικοινωνεί σε έναν άλλο και δημιουργεί μια δημόσια εικόνα του εαυτού του σε έναν τρίτο. Οι κοινωνικές του σχέσεις περνούν μέσα από πλατφόρμες, δεδομένα και αλγορίθμους.
Ακόμη και κάτι τόσο προσωπικό όσο η επιλογή μιας μουσικής, μιας είδησης, μιας αγοράς ή ενός ανθρώπου που θα γνωρίσουμε μπορεί να επηρεάζεται από αλγοριθμικές προτάσεις.
Επομένως η κοινωνική δράση δεν πραγματοποιείται πλέον μόνο μεταξύ ανθρώπων και θεσμών. Μεσολαβείται όλο και περισσότερο από τεχνολογικά συστήματα.
Γι’ αυτό αναπτύσσεται η Ψηφιακή Κοινωνιολογία. Η International Sociological Association επισημαίνει ότι η μελέτη της ψηφιακής κοινωνίας απαιτεί νέες θεωρίες, έννοιες και μεθόδους, επειδή η τεχνολογία και η κοινωνία δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως δύο ανεξάρτητοι κόσμοι.
Η Κοινωνιολογία ως επιστήμη της αμφισβήτησης του αυτονόητου
Υπάρχει όμως και μία βαθύτερη χρησιμότητα της Κοινωνιολογίας.
Μας μαθαίνει να μην θεωρούμε την κοινωνική πραγματικότητα φυσική και αυτονόητη.
Γιατί υπάρχουν κοινωνικές τάξεις;
Γιατί ορισμένα επαγγέλματα έχουν περισσότερο κύρος από άλλα;
Γιατί το εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί, παρά τις διακηρύξεις περί ισότητας, να αναπαράγει κοινωνικές ανισότητες;
Γιατί ορισμένες συμπεριφορές θεωρούνται φυσιολογικές σε μια εποχή και αποκλίνουσες σε μια άλλη;
Γιατί οι άνθρωποι υπακούουν στην εξουσία;
Πώς δημιουργούνται οι συλλογικές ταυτότητες;
Γιατί μια κοινωνία αποδέχεται ορισμένες ανισότητες και εξεγείρεται απέναντι σε άλλες;
Ακριβώς επειδή η Κοινωνιολογία θέτει τέτοια ερωτήματα, δεν είναι απλώς μια επιστήμη που περιγράφει την κοινωνία. Είναι μια επιστήμη που αποκαλύπτει τους μηχανισμούς πίσω από αυτό που καθημερινά θεωρούμε αυτονόητο.
Έχει λοιπόν υποχωρήσει η Κοινωνιολογία;
Ίσως έχει υποχωρήσει η εποχή κατά την οποία ένας κοινωνιολόγος μπορούσε να παρουσιάσει μία μεγάλη θεωρία και να ισχυριστεί ότι μέσα από αυτήν μπορούμε να κατανοήσουμε σχεδόν ολόκληρη την κοινωνική πραγματικότητα.
Αλλά αυτό δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην αδυναμία.
Η σημερινή κοινωνία είναι τόσο πολυεπίπεδη ώστε η Κοινωνιολογία αναγκάστηκε να γίνει περισσότερο εξειδικευμένη, εμπειρική και διεπιστημονική. Συνομιλεί με την Ψυχολογία, την Οικονομία, την Ανθρωπολογία, την Πολιτική Επιστήμη, την Εκπαίδευση, την Επικοινωνία, την Πληροφορική και πλέον με την επιστήμη των δεδομένων και την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Το γεγονός μάλιστα ότι η International Sociological Association οργανώνει σήμερα διεθνή επιστημονική δραστηριότητα γύρω από ζητήματα όπως «AI and Society: Ethics, Creativity and Power in the Digital Age» δείχνει ότι η κοινωνιολογική έρευνα δεν αποσύρεται από τα νέα προβλήματα· μετακινείται προς αυτά.
Η Κοινωνιολογία, επομένως, δεν βρίσκεται μπροστά στο τέλος της.
Βρίσκεται μπροστά σε ένα καινούργιο αντικείμενο: την κοινωνία που γεννιέται.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη πρόκλησή της. Οι Μαρξ, Ντυρκέμ και Βέμπερ προσπάθησαν να κατανοήσουν τον κόσμο που δημιουργούσε η βιομηχανική εποχή. Οι κοινωνιολόγοι του 21ου αιώνα καλούνται να κατανοήσουν έναν κόσμο στον οποίο η ανθρώπινη δράση συνυπάρχει πλέον με αλγορίθμους, ψηφιακές πλατφόρμες και μηχανές που παράγουν γνώση.
Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι μόνο τι μπορεί να κάνει η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Είναι τι θα κάνει η Τεχνητή Νοημοσύνη στις ανθρώπινες σχέσεις, στην εργασία, στην εκπαίδευση, στην εξουσία, στις ανισότητες και τελικά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό.
Και όταν θέτουμε αυτό το ερώτημα, έχουμε ήδη περάσει από την τεχνολογία στην Κοινωνιολογία.
Ίσως, λοιπόν, η σωστότερη διατύπωση δεν είναι ότι «η Κοινωνιολογία βρίσκεται σε υποχώρηση».
Είναι ότι η κοινωνία αλλάζει τόσο γρήγορα, ώστε η Κοινωνιολογία καλείται ξανά να κάνει αυτό για το οποίο γεννήθηκε: να κατανοήσει έναν κόσμο που μεταμορφώνεται πριν ακόμη προλάβουμε να τον καταλάβουμε.
Βιβλιογραφία
Bauman, Z. (2000). Liquid Modernity. Polity Press.
Bourdieu, P. (1984). Distinction: A Social Critique of the Judgement of Taste. Harvard University Press.
Castells, M. (2010). The Rise of the Network Society (2nd ed.). Wiley-Blackwell.
Durkheim, E. (1951). Suicide: A Study in Sociology. Free Press. (Original work published 1897)
Giddens, A. (1984). The Constitution of Society: Outline of the Theory of Structuration. University of California Press.
Goffman, E. (1959). The Presentation of Self in Everyday Life. Doubleday.
Green, A. (2024). Artificial intelligence and the changing demand for skills in the labour market. OECD Artificial Intelligence Papers, No. 14. OECD Publishing.
International Sociological Association. (2026). RC09 Social Transformations and Sociology of Development.
International Sociological Association. (2026). WG10 Digital Sociology.
Marx, K. (1976). Capital: A Critique of Political Economy, Volume 1. Penguin Books. (Original work published 1867)
Mills, C. W. (1959). The Sociological Imagination. Oxford University Press.
OECD. (2024). Using AI in the workplace: Opportunities, risks and policy responses. OECD Artificial Intelligence Papers, No. 11. OECD Publishing.
OECD. (2024). What impact has AI had on wage inequality? OECD Publishing.
Weber, M. (1978). Economy and Society: An Outline of Interpretive Sociology. University of California Press.
Βρείτε μας και στη σελίδα μας στο Facebook: Η Κοινωνιολογία σήμερα Sociology today





Τα σχόλια είναι κλειστά.