Του Χάρη Στεργίου
Πλησιάζει ο νέος χρόνος. Κοιτάζει γύρω του καταγράφοντας απουσίες. Η γειτονιά μικρότερη. Αυτό το χωριό, η κοινότητα μέσα στην πόλη, μετρά λιγότερες ψυχές. Ο ένας αυτοκτόνησε, ο δεύτερος έχασε τη μάχη με τη ζωή εξαιτίας καθυστέρησης του ΕΚΑΒ. Η τρίτη προδόθηκε από την καρδιά της. Πως γίνεται να υφίστασαι τις απώλειες και να βρίσκεσαι ανάμεσα σε έναν κόσμο που λειτουργεί ακόμα; Πως ροντάρεις τον εαυτό σου και με τι κόστος τέτοιες στιγμές; Το μυαλό σβήνει σιγά σιγά, σχεδόν ανεπαίσθητα, τα ίχνη της παρουσίας τους. Τα λαμπιρίσματα μιας μνήμης που ξεθωριάζει με το χρόνο μπερδεύονται στις αναλαμπές από τα γιορτινά λαμπιόνια. Ο χρόνος μεταμορφώνεται σε φως με τις δικές του ταχύτητες εντός μας κάνοντας τα δικά του παιχνίδια. Ο προσωπικός μας χρόνος με τις δικές του ωριμάνσεις σκουντουφλάει πάνω στα Χριστούγεννα που εκπέμπουν τα δικά τους μηνύματα.
Κλείνει τα μάτια του και όλη η περασμένη ζωή μοιάζει τόσο φευγαλέα. Ένα όνειρο, ένα παραμύθι. Σαν να μην υπήρξε. Μοιάζει να ζει μόνο στη δικιά του σκέψη γιατί στη σκέψη των άλλων υπάρχουν διαφορετικές ζωές, διαφορετικές μνήμες. Ενας κόσμος που υπήρξε σαν αναλαμπή με ξεχωριστό τρόπο στα μυαλά των ανθρώπων. Υπάρχει βέβαια και ο κόσμος της συλλογικής μνήμης. Η συνισταμένη πολλών πιστοποιημένων συναντιλήψεων και εικόνων που αναλαμβάνουν να αμπαλάρουν οι ιστορικοί, οι κοινωνιολόγοι, οι ειδικοί. Ένα αμπαλάρισμα, αυτό είναι όλο! Η ψευδαίσθηση μιας πραγματικότητας από τις τόσες. Μια κυρίαρχη πραγματικότητα! Ενοποιητική, συσσωματική, ελεγκτική. Μια πραγματικότητα που από μόνη της συνιστά ένα καινούργιο όνειρο. Ετσι και τα Χριστούγεννα προσφέρονται στην ανθρωπότητα σαν ένα ένα όνειρο της πραγματικότητας ή πραγματικότητα ενός ονείρου. Μια ελπίδα. Μια υπόσχεση. Μια σύλληψη.
Ο άνθρωπος κάθε φορά που ατενίζει το θείο ή το επεξεργάζεται προσπαθώντας να το κατανοήσει ή να το επεξεργαστεί (!) βάζει ασύνειδα στοιχήματα με τον εαυτό του πως θα του μοιάσει ή πως θα το ξεπεράσει. Κι αυτό θα μπορούσε να είναι μια ύβρις με την αρχαιοελληνική σημασία αν δεν εμπεριείχε και μια ευγενική πτυχή. Την διαχρονική αγωνία για μια καλύτερη ζωή και την δυνατότητα του να υπερβεί την τιμωρία που του δόθηκε με το προπατορικό αμάρτημα. Την Εργασία
Πλησιάζει ο νέος χρόνος. Μακριά από τα καπνίζοντα ερείπια και τις οιμωγές της Ουκρανίας και της Γάζας σκέπτεται ότι πάντα έτσι ήταν ο κόσμος. Βασιλιάδες και στρατιωτάκια, πλούσιοι και φτωχοί, ελπίδες και αγωνίες όριζαν και κινούσαν τα νήματα της ταπεινής ζωής μας




