- Διαφήμιση -

Μια μέρα ακόμα

Μπά­μπης Στέρτσος

Πρόλογος

Ο χρό­νος είναι ο πιο σκλη­ρός δικα­στής της ανθρώ­πι­νης ύπαρ­ξης. Κυλά­ει αμεί­λι­κτα, σαν ποτά­μι που δεν γυρί­ζει ποτέ πίσω, παρα­σέρ­νο­ντας μαζί του στιγ­μές, πρό­σω­πα, αγά­πες, χαρές. Και εμείς, οι θνη­τοί, στε­κό­μα­στε στις όχθες του, βλέ­πο­ντας τη ζωή μας να περ­νά­ει, να χάνε­ται, να γίνε­ται ανά­μνη­ση. Μόνο όταν κάτι φεύ­γει για πάντα, συνει­δη­το­ποιού­με την αλη­θι­νή του αξία. Μόνο όταν η πόρ­τα κλεί­νει ορι­στι­κά, κατα­λα­βαί­νου­με τι κρυ­βό­ταν πίσω από αυτήν.

Η νοσταλ­γία είναι η πιο γλυ­κό­πι­κρη από τις ανθρώ­πι­νες συγκι­νή­σεις. Είναι μια θλιμ­μέ­νη ματιά στο παρελ­θόν που μας καί­ει και μας για­τρεύ­ει ταυ­τό­χρο­να. Μας θυμί­ζει ότι κάπο­τε ήμα­σταν ευτυ­χι­σμέ­νοι, ότι κάπο­τε είχα­με όλα όσα τώρα λαχτα­ρά­με. Και μέσα σε αυτή τη μελαγ­χο­λι­κή ανα­δρο­μή, γεν­νιού­νται τα πιο βαθιά όνει­ρα, οι πιο απελ­πι­σμέ­νες προ­σμο­νές. Το όνει­ρο της επι­στρο­φής στη γενέ­θλια γη της ψυχής μας, εκεί όπου όλα ήταν απλά, όπου η αγά­πη ήταν αυτο­νό­η­τη, όπου ο θάνα­τος φάντα­ζε μακρι­νός και αφηρημένος.

Αν οι άνθρω­ποι μπο­ρού­σαν να ταξι­δέ­ψουν στο μέλ­λον και να δουν το τέλος της ιστο­ρί­ας τους, αν μπο­ρού­σαν να γυρί­σουν πίσω γνω­ρί­ζο­ντας τι τους περι­μέ­νει, θα γεύ­ο­νταν κάθε στιγ­μή της ζωής με μια έντα­ση που τώρα δεν μπο­ρούν να φαντα­στούν. Θα φιλού­σαν κάθε πρωί σαν να ήταν το τελευ­ταίο, θα κρα­τού­σαν κάθε χέρι σαν να ήταν η τελευ­ταία αφή, θα άκου­γαν κάθε λέξη αγά­πης σαν να ήταν η τελευ­ταία ομο­λο­γία. Αλλά η ζωή δεν μας δίνει αυτή τη χάρη. Μας αφή­νει να ζού­με στην αθω­ό­τη­τα της άγνοιας, μέχρι που η απώ­λεια μας διδά­σκει την αξία του χαμέ­νου.

Και τότε, σε εκεί­νες τις στιγ­μές της συνει­δη­το­ποί­η­σης, όταν το ανα­πό­φευ­κτο μας κοι­τά­ζει κατά­μα­τα, γεν­νιέ­ται η πιο απλή και ταυ­τό­χρο­να η πιο βαθιά από τις ανθρώ­πι­νες προ­σευ­χές: «Μια μέρα ακό­μα». Όχι μια ζωή ακό­μα, όχι έναν αιώ­να ακό­μα. Απλώς μια μέρα. Είκο­σι τέσ­σε­ρις ώρες για να διορ­θώ­σου­με τα λάθη μας, να πού­με τα αγα­πώ που κρα­τή­σα­με μέσα μας, να νιώ­σου­με ξανά τη ζεστα­σιά του ήλιου στο πρό­σω­πό μας, να ακού­σου­με ξανά το γέλιο των παι­διών, να αγγί­ξου­με ξανά το χέρι του ανθρώ­που που αγαπάμε.

Σε δια­φο­ρε­τι­κές γωνιές του κόσμου, σε δια­φο­ρε­τι­κές συν­θή­κες, ανθρώ­πι­νες ψυχές ενώ­νο­νται σε αυτή την κοι­νή προ­σευ­χή. Δεν γνω­ρί­ζο­νται μετα­ξύ τους, δεν θα συνα­ντη­θούν ποτέ, αλλά μοι­ρά­ζο­νται την ίδια αγω­νία, την ίδια ελπί­δα, την ίδια απελ­πι­σμέ­νη λαχτά­ρα για χρό­νο. Χρό­νο που έχει γίνει ο πιο πολύ­τι­μος θησαυ­ρός, πιο ακρι­βός από τα δια­μά­ντια, πιο σπά­νιος από τον χρυσό.

Αυτές είναι οι ιστο­ρί­ες τους. Αυτές είναι οι φωνές τους που ψιθυ­ρί­ζουν στη σιω­πή της νύχτας, που κλαί­νε στη μονα­ξιά του πόνου, που προ­σεύ­χο­νται στην από­γνω­ση της απώ­λειας. Φωνές που ενώ­νο­νται σε έναν ύμνο για τη ζωή, έναν θρή­νο για τον χαμέ­νο χρό­νο, μια προ­σευ­χή για μια μέρα ακόμα.

Ναταλία

Ο σταθ­μός του Κιέ­βου ήταν ένα χωνευ­τή­ρι ψυχών εκεί­νο το πρω­ι­νό του Φεβρουα­ρί­ου. Ο αέρας, βαρύς από την υγρα­σία και τη μυρω­διά του ντί­ζελ, έμοια­ζε να κου­βα­λά­ει τους ανο­μο­λό­γη­τους φόβους και τις σιω­πη­λές προ­σευ­χές όλων όσων στέ­κο­νταν στην απο­βά­θρα. Η Νατα­λία ένιω­θε το χέρι του Ολε­ξά­ντρ μέσα στο δικό της, μια ζεστή άγκυ­ρα σε έναν ωκε­α­νό αβε­βαιό­τη­τας. Κάθε τόσο, του το έσφιγ­γε, μια ασυ­νεί­δη­τη προ­σπά­θεια να τον κρα­τή­σει δεμέ­νο στη δική της πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, μακριά από το σιδε­ρέ­νιο τέρας που περί­με­νε αδη­φά­γο να τον κατα­πιεί. Το τρέ­νο, με το κίτρι­νο και μπλε χρώ­μα της ουκρα­νι­κής σημαί­ας που κοσμού­σε τη μηχα­νή, και τον βαρύ, μεταλ­λι­κό ήχο της μηχα­νής, έμοια­ζε με προ­άγ­γε­λο κακών μαντά­των. Θα κατα­βρό­χθι­ζε τους άνδρες, τους γιους, τους ερα­στές, και θα τους ξεβρά­σει σε ένα μέλ­λον αχαρ­το­γρά­φη­το, βαμ­μέ­νο με το χρώ­μα του αίμα­τος και της στάχτης.

Ο Ολε­ξά­ντρ της χαμο­γε­λού­σε, ένα χαμό­γε­λο που πάσχι­ζε να φτά­σει στα μάτια του. Τα μάτια του, δύο βαθιές λίμνες γαλά­ζιου που συνή­θως καθρέ­φτι­ζαν τον ουρα­νό, τώρα ήταν θολω­μέ­να από μια σκιά ανη­συ­χί­ας. «Повернуся, кохана» (Θα γυρί­σω, αγά­πη μου), της ψιθύ­ρι­σε στα ουκρα­νι­κά, και τα λόγια του, αν και προ­ο­ρί­ζο­νταν να την καθη­συ­χά­σουν, έμοια­ζαν περισ­σό­τε­ρο με μια υπό­σχε­ση που έδι­νε στον ίδιο του τον εαυ­τό, μια υπό­σχε­ση που πάλευε να πιστέ­ψει. «Бережи себе» (Να προ­σέ­χεις), του απά­ντη­σε εκεί­νη, και η φωνή της έσπα­σε. Τι φτω­χές λέξεις, σκέ­φτη­κε. Τι ανε­παρ­κείς για να χωρέ­σουν όλη την αγω­νία που της έκαι­γε τα σωθικά.

«Μόνο μια μέρα ακό­μα», ήταν η σιω­πη­λή της κραυ­γή προς έναν Θεό που έμοια­ζε να έχει γυρί­σει την πλά­τη του στην Ουκρα­νία. «Боже, тільки один день ще» (Θεέ μου, μόνο μια μέρα ακό­μα). Μια μέρα για να περ­πα­τή­σουν ξανά στο Πεχέρσκ, κρα­τώ­ντας παγω­τό χωνά­κι, γελώ­ντας με τους του­ρί­στες που φωτο­γρά­φι­ζαν τους χρυ­σούς τρού­λους της Λαύ­ρας. Μια μέρα για να πάνε σινε­μά, να της κρα­τά­ει το χέρι στο σκο­τά­δι, να νιώ­θει την ασφά­λεια της παρου­σί­ας του. Μια μέρα για να μαγει­ρέ­ψουν μαζί μπορς, να τον βλέ­πει να προ­σθέ­τει σμε­τά­να με εκεί­νη τη χαρα­κτη­ρι­στι­κή του κίνη­ση, να τον πει­ρά­ζει για τις μαγει­ρι­κές του απο­τυ­χί­ες. Μια μέρα για να απο­κοι­μη­θεί στην αγκα­λιά του, νιώ­θο­ντας την ανά­σα του στον λαι­μό της, τον χτύ­πο της καρ­διάς του να συγ­χρο­νί­ζε­ται με τον δικό της. Μια μέρα κανο­νι­κό­τη­τας, μια μέρα ζωής, πριν ο παρα­λο­γι­σμός του πολέ­μου τους την κλέ­ψει, αφή­νο­ντάς τους μετέ­ω­ρους σε έναν χρό­νο αόριστο.

Η δια­πε­ρα­στι­κή σει­ρή­να του τρέ­νου ακού­στη­κε, σκί­ζο­ντας τον αέρα και την καρ­διά της. Ήταν ο ήχος του τέλους. Ο Ολε­ξά­ντρ την τρά­βη­ξε κοντά του, και το φιλί του είχε γεύ­ση από δάκρυα, από την πικρή μυρω­διά του ντί­ζελ, από τον φόβο του απο­χω­ρι­σμού. Ένα φιλί που προ­σπά­θη­σε να το απο­τυ­πώ­σει στη μνή­μη της, να το κρα­τή­σει ζωντα­νό για όσο θα έλει­πε. Και μετά, τίπο­τα. Τον είδε να ανε­βαί­νει στο βαγό­νι, να της χαμο­γε­λά­ει για μια τελευ­ταία φορά πίσω από το θολό τζά­μι. Το τρέ­νο ξεκί­νη­σε αργά, βασα­νι­στι­κά, και μετά επι­τά­χυ­νε, παίρ­νο­ντάς τον μακριά προς το ανα­το­λι­κό μέτω­πο. Η Νατα­λία έμει­νε στην απο­βά­θρα, ακί­νη­τη, να κοι­τά­ζει τη σιλου­έ­τα του τρέ­νου που απο­μα­κρυ­νό­ταν, και τη σιω­πή που άφη­σε πίσω του, μια σιω­πή βαρύ­τε­ρη από κάθε κραυ­γή, πιο εκκω­φα­ντι­κή από κάθε θόρυβο.

Επι­στρέ­φο­ντας στο μικρό τους δια­μέ­ρι­σμα στο Ποντόλ, η απου­σία του ήταν σχε­δόν χει­ρο­πια­στή. Η μυρω­διά του είχε μεί­νει στα σεντό­νια, στο που­κά­μι­σο που είχε αφή­σει πετα­μέ­νο σε μια καρέ­κλα. Η Νατα­λία αγκά­λια­σε το μαξι­λά­ρι του, εισπνέ­ο­ντας βαθιά, προ­σπα­θώ­ντας να κρα­τή­σει ζωντα­νή την ανά­μνη­σή του, τη ζεστα­σιά του. Στο κομο­δί­νο, η φωτο­γρα­φία τους από την εκδρο­μή στην Οδησ­σό. Γελού­σαν, ο ήλιος έλου­ζε τα πρό­σω­πά τους, η Μαύ­ρη Θάλασ­σα απλω­νό­ταν πίσω τους, ένα τοπίο από­λυ­της ομορ­φιάς. Τότε, ο κόσμος φάντα­ζε απλός και η ευτυ­χία αυτο­νό­η­τη. Τώρα, η φωτο­γρα­φία ήταν ένα παρά­θυ­ρο σε έναν χαμέ­νο παρά­δει­σο, μια οδυ­νη­ρή υπεν­θύ­μι­ση όλων όσων κιν­δύ­νευαν να χάσουν. Έκλει­σε τα μάτια και προ­σευ­χή­θη­κε. Όχι για τη νίκη, όχι για τη δόξα. Μόνο για την επι­στρο­φή του. Για μια ακό­μη μέρα μαζί του. Μια μέρα για να ξαναρ­χί­σουν από εκεί που τους στα­μά­τη­σε ο πόλε­μος. Μια μέρα για να ξαναζήσουν.

Πέρα­σαν μέρες, εβδο­μά­δες. Η Νατα­λία περί­με­νε ένα μήνυ­μα, ένα σημά­δι ζωής. Κάθε πρωί, πετα­γό­ταν από το κρε­βά­τι της με την ελπί­δα ότι το τηλέ­φω­νό της θα είχε νέα του. Κάθε από­γευ­μα, η απο­γο­ή­τευ­ση την έπνι­γε. Μια μέρα, επι­τέ­λους, το μήνυ­μα έφτα­σε. Τα χέρια της έτρε­μαν καθώς άνοι­γε την εφαρ­μο­γή. Τα μηνύ­μα­τά του, αν και βια­στι­κά, ήταν γεμά­τα αγά­πη. Της περιέ­γρα­φε τη ζωή στο μέτω­πο, τον φόβο, τη λάσπη, το κρύο. Αλλά της έγρα­φε και για τα όνει­ρά του, για το πώς θα ξανα­φτιά­ξουν τη ζωή τους όταν γυρί­σει. «Тримайся міцно, кохана» (Κρά­τα γερά, αγά­πη μου), της έγρα­φε. «Думаю про тебе і це дає мені силу» (Σκέ­φτο­μαι εσέ­να και αυτό μου δίνει δύνα­μη). Η Νατα­λία φίλη­σε την οθό­νη του τηλε­φώ­νου, και τα δάκρυά της έπε­σαν πάνω στο γυα­λί, θολώ­νο­ντας τις λέξεις. Η προ­σευ­χή της γινό­ταν όλο και πιο έντο­νη. Μια μέρα ακό­μα. Μια μέρα για να τον ξανα­δεί, να τον αγγί­ξει, να του πει πόσο τον αγα­πά­ει. Μια μέρα για να στα­μα­τή­σει ο πόλε­μος. Μια μέρα για να ξαναρ­χί­σει η ζωή στην Ουκρανία.

Ανδρέας

Το κελί του Ανδρέα στις φυλα­κές Κορυ­δαλ­λού ήταν ένας τάφος για ζωντα­νούς. Τέσ­σε­ρα βήμα­τα μήκος, τρία βήμα­τα πλά­τος. Ένας χώρος τόσο μικρός, που η ψυχή ασφυ­κτιού­σε. Τα είχε μετρή­σει χιλιά­δες φορές, σε μια ατέρ­μο­νη, μηχα­νι­κή κίνη­ση, σαν εκκρε­μές που μετρά­ει τον χαμέ­νο χρό­νο. Κάθε μέρα, η ίδια αμε­τά­βλη­τη ρου­τί­να, ένας αργός θάνα­τος της ελπί­δας. Το ξύπνη­μα από την από­το­μη, μεταλ­λι­κή φωνή του δεσμο­φύ­λα­κα, που αντη­χού­σε στους γυμνούς τοί­χους. Το πρω­ι­νό, ένας άγευ­στος πολ­τός που σου θύμι­ζε ότι η τρο­φή ήταν απλώς καύ­σι­μο για τη μιζέ­ρια σου. Οι ατέ­λειω­τες ώρες που κοι­τού­σε το ταβά­νι, μετρώ­ντας τις ρωγ­μές, σαν να ήταν ο χάρ­της μιας άλλης ζωής, μιας ζωής που κάπο­τε του ανήκε.

Κάπο­τε, ο κόσμος του ήταν γεμά­τος από τον ήχο των ειδο­ποι­ή­σε­ων στο κινη­τό του, από τις πολύ­βου­ες συσκέ­ψεις στα γρα­φεία της Ομό­νοιας, τα επαγ­γελ­μα­τι­κά ταξί­δια στην πρώ­τη θέση, τα ακρι­βά εστια­τό­ρια στο Κολω­νά­κι με τις λευ­κές, κολ­λα­ρι­στές πετσέ­τες. Ήταν ο Ανδρέ­ας, ο επι­τυ­χη­μέ­νος, ο αυτο­δη­μιούρ­γη­τος. Τώρα, ήταν απλώς ο αριθ­μός 734. Η οικο­νο­μι­κή απά­τη, μια στιγ­μή αλα­ζο­νεί­ας και απλη­στί­ας, μια υπο­γρα­φή σε ένα πλα­στό έγγρα­φο, του είχε κοστί­σει τα πάντα.

Δεν του έλει­παν τα χρή­μα­τα. Αυτό ήταν το παρά­δο­ξο. Του έλει­παν πράγ­μα­τα που δεν αγο­ρά­ζο­νταν. Του έλει­πε ο ήχος του κρυ­στάλ­λι­νου γέλιου της δεκά­χρο­νης κόρης του, της Εμμέ­λειας, όταν της γαρ­γα­λού­σε τα πόδια. Του έλει­πε η μυρω­διά του φρε­σκο­κομ­μέ­νου καφέ που έφτια­χνε η γυναί­κα του, η Κατε­ρί­να, κάθε πρωί, και ο τρό­πος που του τον άφη­νε στο γρα­φείο του, με ένα λου­λού­δι από τον κήπο τους στη Βού­λα. Του έλει­πε η αίσθη­ση του γρα­σι­διού κάτω από τα γυμνά του πόδια, όταν έπαι­ζε ποδό­σφαι­ρο με τον έφη­βο γιο του, τον Ορέ­στη, στην αυλή τους. Του έλει­πε η ελευ­θε­ρία να δια­λέ­ξει τι θα φάει για βρά­δυ, αν θα δει ται­νία ή θα δια­βά­σει ένα βιβλίο, πού θα πάει το Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο. «Μια μέρα ακό­μα», ψιθύ­ρι­ζε κάθε βρά­δυ στο σκλη­ρό, άβο­λο προ­σκέ­φα­λό του, μια προ­σευ­χή που χανό­ταν στην από­λυ­τη σιω­πή της νύχτας. «Μια μέρα ελεύθερος».

Μια μέρα για να περ­πα­τή­σει στους δρό­μους της Αθή­νας χωρίς να νιώ­θει τα βλέμ­μα­τα των άλλων να τον καρ­φώ­νουν, γεμά­τα καχυ­πο­ψία και χαι­ρε­κα­κία. Μια μέρα για να αγκα­λιά­σει την οικο­γέ­νειά του χωρίς να τους χωρί­ζει ένα παγω­μέ­νο, αλε­ξί­σφαι­ρο τζά­μι, χωρίς να ακού­ει τη φωνή τους παρα­μορ­φω­μέ­νη από ένα τηλέ­φω­νο. Μια μέρα για να νιώ­σει τον ήλιο στο πρό­σω­πό του, όχι για τα λίγα λεπτά του προ­αυ­λι­σμού, αλλά για όσο ήθε­λε, μέχρι το δέρ­μα του να ζεστα­θεί, να κοκ­κι­νί­σει. Μια μέρα για να προ­σπα­θή­σει να διορ­θώ­σει τα ασυγ­χώ­ρη­τα λάθη του, ή του­λά­χι­στον, για να ζητή­σει μια συγ­γνώ­μη που να μην ακού­γε­ται κού­φια και υπο­κρι­τι­κή. Μια μέρα για να ξανα­γί­νει απλώς ο Ανδρέ­ας. Ο πατέ­ρας, ο σύζυ­γος, ο φίλος. Όχι ο αριθ­μός 734.

Ένα από­γευ­μα, στο προ­αύ­λιο, καθώς ο ήλιος έδυε πίσω από τα τεί­χη της φυλα­κής, ένας άλλος κρα­τού­με­νος, ένας γέρος με πρό­σω­πο σκαμ­μέ­νο από τον χρό­νο και τα βάσα­να, κάθι­σε δίπλα του. Ο γέρος, που τον φώνα­ζαν «σοφό», είχε περά­σει τα περισ­σό­τε­ρα χρό­νια της ζωής του μέσα και έξω από τις φυλα­κές. «Η πραγ­μα­τι­κή φυλα­κή δεν είναι οι τοί­χοι, γιε μου», του είπε ο γέρος, με μια φωνή βρα­χνή, σαν να έβγαι­νε από τα βάθη της γης. «Είναι οι τύψεις. Αυτές σε κρα­τά­νε δέσμιο, ακό­μα κι όταν είσαι ελεύ­θε­ρος». Ο Ανδρέ­ας τον κοί­τα­ξε σιω­πη­λός, τα λόγια του γέρου να τον χτυ­πούν σαν σφυρί.

Εκεί­νη τη νύχτα, ο ύπνος του ήταν ταραγ­μέ­νος. Ονει­ρεύ­τη­κε την οικο­γέ­νειά του. Ήταν στο εξο­χι­κό τους, στη Χαλ­κι­δι­κή. Ο ήλιος έλα­μπε, τα παι­διά του έτρε­χαν στην παρα­λία, κυνη­γώ­ντας τα κύμα­τα. Η Κατε­ρί­να τον κοι­τού­σε με εκεί­νο το βλέμ­μα της, γεμά­το αγά­πη και θαυ­μα­σμό. Του έτει­νε το χέρι. Προ­σπά­θη­σε να την φτά­σει, αλλά τα πόδια του ήταν βυθι­σμέ­να στην άμμο, δεν μπο­ρού­σε να κου­νη­θεί. Ξύπνη­σε από­το­μα, με την καρ­διά του να χτυ­πά­ει δυνα­τά και τα μάτια του βουρ­κω­μέ­να. Δεν ήθε­λε απλώς μια μέρα ελευ­θε­ρί­ας. Ήθε­λε μια μέρα για να ξανα­κερ­δί­σει την αγά­πη τους, την εμπι­στο­σύ­νη τους. Μια μέρα για να τους απο­δεί­ξει ότι ο Ανδρέ­ας που αγά­πη­σαν δεν είχε πεθά­νει. Υπήρ­χε ακό­μα, θαμ­μέ­νος κάτω από τα συντρίμ­μια της απλη­στί­ας του, και περί­με­νε την ευκαι­ρία να ξανα­βγεί στο φως.

Μαρία

Το λευ­κό του νοσο­κο­μεια­κού δωμα­τί­ου στον «Ευαγ­γε­λι­σμό» ήταν εκτυ­φλω­τι­κό, μια αμεί­λι­κτη υπεν­θύ­μι­ση της απο­στεί­ρω­σης, της αρρώ­στιας, του θανά­του. Η Μαρία ένιω­θε τον πόνο σαν ένα θηρίο με αιχ­μη­ρά δόντια που της έτρω­γε τα σωθι­κά, αργά, βασα­νι­στι­κά, με μια μεθο­δι­κό­τη­τα που την εξόρ­γι­ζε.  Kαρ­κί­νος στο στο­μά­χι, είχαν πει οι για­τροί, με μια ψυχρή, επαγ­γελ­μα­τι­κή απά­θεια που την έκα­νε να θέλει να ουρ­λιά­ξει. Τελι­κό στά­διο. Οι λέξεις τους ήταν σαν σφυ­ριές που κάρ­φω­ναν το φέρε­τρό της, μια-μια, με ακρί­βεια. Πανι­κός. Ένας κρύ­ος, ανε­ξέ­λεγ­κτος πανι­κός, σαν παγω­μέ­νο νερό που της έκο­βε την ανά­σα, την κυρί­ευε κάθε φορά που άνοι­γε τα μάτια της και συνει­δη­το­ποιού­σε ότι δεν ήταν ένας εφιάλ­της. Ήταν η νέα της πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα με ημε­ρο­μη­νία λήξης.

Η κόρη της, η Άννα, το μονα­χο­παί­δι της, το φως της ζωής της, θα παντρευό­ταν σε τρεις μήνες στην Αγία Φωτει­νή στο Νέο Ψυχι­κό. Η Μαρία είχε ήδη δια­λέ­ξει το φόρε­μα που θα φορού­σε. Ένα μακρύ, αέρι­νο φόρε­μα, σε ένα βαθύ μπλε χρώ­μα, το χρώ­μα της θάλασ­σας της Κρή­της που τόσο αγα­πού­σε. Το είχε φαντα­στεί εκα­το­ντά­δες φορές. Θα στε­κό­ταν δίπλα στην Άννα, θα της έφτια­χνε το πέπλο, θα της ψιθύ­ρι­ζε στο αυτί πόσο όμορ­φη είναι, πόσο ευτυ­χι­σμέ­νη την κάνει. Τώρα, αυτό το φόρε­μα κρε­μό­ταν στην ντου­λά­πα της στο Μαρού­σι, ένα χλευα­στι­κό σύμ­βο­λο ενός μέλ­λο­ντος που δεν θα ζού­σε, μιας χαράς που δεν θα μοι­ρα­ζό­ταν. «Μια μέρα ακό­μα», προ­σευ­χό­ταν, με τα χέρια σφιγ­μέ­να πάνω στο άσπρο, νοσο­κο­μεια­κό σεντό­νι, τα νύχια της να γδέρ­νουν το ύφα­σμα. «Μόνο μια μέρα». Όχι για τον εαυ­τό της. Για την Άννα.

Να τη δει ντυ­μέ­νη νύφη, να τη δει να περ­πα­τά­ει προς τον γαμπρό, τον καλό της τον Κώστα, που τον αγα­πού­σε σαν γιο της. Να της κρα­τή­σει το χέρι, να νιώ­σει τη ζεστα­σιά του, τη σιγου­ριά της. Να της ψιθυ­ρί­σει πόσο την αγα­πά­ει, πόσο περή­φα­νη είναι για τη γυναί­κα που έγι­νε. Να δει το χαμό­γε­λό της, ένα χαμό­γε­λο λαμπε­ρό, γεμά­το υπο­σχέ­σεις, ένα χαμό­γε­λο που θα μπο­ρού­σε να πάρει μαζί της στην αιω­νιό­τη­τα, σαν φυλα­χτό. Μια μέρα για να κλέ­ψει μια τελευ­ταία, πολύ­τι­μη ανά­μνη­ση. Μια μέρα για να απο­χαι­ρε­τή­σει τη ζωή, έχο­ντας ζήσει την πιο ευτυ­χι­σμέ­νη στιγ­μή της κόρης της. Μια μέρα για να φύγει ήσυ­χη, ξέρο­ντας ότι η Άννα της είναι ευτυχισμένη.

Η Άννα την επι­σκέ­φθη­κε εκεί­νο το από­γευ­μα, μετά τη δου­λειά της στο κέντρο της Αθή­νας. Προ­σπα­θού­σε να είναι χαρού­με­νη, να της περι­γρά­φει με ενθου­σια­σμό τις τελευ­ταί­ες λεπτο­μέ­ρειες για τις μπο­μπο­νιέ­ρες και τη δια­κό­σμη­ση, αλλά τα μάτια της, πρη­σμέ­να και κόκ­κι­να από το κρυ­φό κλά­μα, την πρό­δι­δαν. Η Μαρία της χαμο­γέ­λα­σε, ένα χαμό­γε­λο που της κόστι­σε όση δύνα­μη της είχε απο­μεί­νει. «Θα είμαι εκεί, αγά­πη μου», της είπε, και η φωνή της, αν και αδύ­να­μη, ήταν στα­θε­ρή. «Δεν θα το έχα­να για τίπο­τα στον κόσμο». Και για μια στιγ­μή, μια πολύ­τι­μη, φευ­γα­λέα στιγ­μή, το πίστε­ψε κι η ίδια. Το πίστε­ψε με όλη της την ψυχή.

Όταν η Άννα έφυ­γε, αφή­νο­ντας πίσω της ένα άρω­μα λου­λου­διών και νεό­τη­τας, η Μαρία γύρι­σε το βλέμ­μα της έξω από το παρά­θυ­ρο. Ο ήλιος έδυε, βάφο­ντας τον αττι­κό ουρα­νό με απο­χρώ­σεις του πορ­το­κα­λί, του ροζ, του μωβ. Χρώ­μα­τα που ποτέ πριν δεν είχε παρα­τη­ρή­σει με τόση προ­σο­χή, με τόση έντα­ση. Συνει­δη­το­ποί­η­σε ότι δεν φοβό­ταν τον θάνα­το, την ανυ­παρ­ξία. Φοβό­ταν ότι θα έχα­νε αυτές τις μικρές, καθη­με­ρι­νές, πολύ­τι­μες στιγ­μές. Την ομορ­φιά ενός ηλιο­βα­σι­λέ­μα­τος, τη ζεστα­σιά μιας αγκα­λιάς, τη γλύ­κα ενός φιλιού, τη γεύ­ση ενός ζεστού καφέ το πρωί. Ήθε­λε μια μέρα ακό­μα, όχι για να πεθά­νει, αλλά για να ζήσει. Για να νιώ­σει, για να αισθαν­θεί, για να είναι. Απλώς, να είναι.

Νικόλ

Το μηχά­νη­μα της αιμο­κά­θαρ­σης στο νοσο­κο­μείο «Λαϊ­κό» έκα­νε έναν ρυθ­μι­κό, μονό­το­νο ήχο, το σάου­ντρακ της ζωής της Νικόλ τα τελευ­ταία δύο χρό­νια. Μπιπ-μπιπ-μπιπ. Ένας ήχος που σημα­το­δο­τού­σε τη ζωή, αλλά ταυ­τό­χρο­να της υπεν­θύ­μι­ζε τον θάνα­το. Τρεις φορές την εβδο­μά­δα, για τέσ­σε­ρις ατέ­λειω­τες ώρες, το αίμα της, το ίδιο της το είναι, ταξί­δευε μέσα από πλα­στι­κά σωλη­νά­κια, καθα­ρι­ζό­ταν από τις τοξί­νες που τα νεφρά της αδυ­να­τού­σαν πλέ­ον να φιλ­τρά­ρουν, και επέ­στρε­φε στο σώμα της, κου­βα­λώ­ντας μια ψεύ­τι­κη υπό­σχε­ση ζωής. Η ζωή της ήταν δεμέ­νη σε αυτό το μηχά­νη­μα, σε αυτό το δωμά­τιο με την απο­στει­ρω­μέ­νη μυρω­διά του αντι­ση­πτι­κού, που της έκαι­γε τα ρου­θού­νια και την ψυχή. Η μετα­μό­σχευ­ση νεφρού ήταν η μόνη της ελπί­δα, το Ιερό Δισκο­πό­τη­ρο που θα της χάρι­ζε πίσω τη ζωή της. Μα η λίστα ανα­μο­νής ήταν ατε­λεί­ω­τη, ένα μακά­βριο παι­χνί­δι ανα­μο­νής, και οι απορ­ρί­ψεις, η μία μετά την άλλη, είχαν αρχί­σει να την δια­λύ­ουν, να την αδειά­ζουν από κάθε ίχνος αισιοδοξίας.

«Μια μέρα ακό­μα», σκε­φτό­ταν, με το βλέμ­μα της καρ­φω­μέ­νο έξω από το παρά­θυ­ρο, στους δρό­μους της Αθή­νας που συνέ­χι­ζαν να ζουν χωρίς αυτήν. Όχι μια μέρα δεμέ­νη στο μηχά­νη­μα, με τις βελό­νες να την τρυ­πούν, να νιώ­θει το σώμα της να εξα­ντλεί­ται. Μια μέρα ελεύ­θε­ρη. Να τρέ­ξει στην παρα­λία της Βου­λιαγ­μέ­νης, να νιώ­σει τον αέρα να της καί­ει τα πνευ­μό­νια, να κολυ­μπή­σει στα βαθιά, χωρίς να φοβά­ται τις κρά­μπες, τη μόλυν­ση. Να φάει μια τερά­στια, αμαρ­τω­λή μερί­δα πατά­τες τηγα­νη­τές στο Μονα­στη­ρά­κι, χωρίς να σκέ­φτε­ται το κάλιο, να πιει μια παγω­μέ­νη μπί­ρα στο Γκά­ζι, χωρίς να μετρά­ει τα υγρά. Να βγει ραντε­βού, να φλερ­τά­ρει, να ερω­τευ­τεί, να κάνει όνει­ρα που δεν θα επι­σκιά­ζο­νταν από την αρρώ­στια, που δεν θα είχαν ως προ­ϋ­πό­θε­ση ένα συμ­βα­τό μόσχευ­μα. Μια μέρα που δεν θα ένιω­θε το σώμα της σαν φυλα­κή, σαν προ­δό­τη. Μια μέρα που θα μπο­ρού­σε να ξεχά­σει ότι είναι ασθε­νής, και να θυμη­θεί ότι είναι απλώς η Νικόλ. Μια νέα γυναί­κα, είκο­σι πέντε χρο­νών, με όλη τη ζωή μπρο­στά της, αν μόνο η ζωή της έδι­νε μια ευκαιρία.

Ο για­τρός της, ο κύριος Παπα­δά­κης, μπή­κε στο δωμά­τιο. Το πρό­σω­πό του, συνή­θως χαμο­γε­λα­στό και ενθαρ­ρυ­ντι­κό, ήταν σοβα­ρό, σχε­δόν σκυ­θρω­πό. Η Νικόλ κατά­λα­βε αμέ­σως. Η καρ­διά της άρχι­σε να χτυ­πά­ει δυνα­τά, ο ήχος του μηχα­νή­μα­τος να γίνε­ται εκκω­φα­ντι­κός. «Δυστυ­χώς, Νικόλ», είπε ο για­τρός, και η λέξη «δυστυ­χώς» ήταν σαν ταφό­πλα­κα. «Και αυτό το μόσχευ­μα δεν είναι συμβατό».

Η Νικόλ ένιω­σε τον κόσμο να χάνε­ται κάτω από τα πόδια της. Ένας κόμπος της έσφι­ξε τον λαι­μό, τα μάτια της θόλω­σαν. Και τότε, χωρίς προει­δο­ποί­η­ση, η κρί­ση πανι­κού την χτύ­πη­σε σαν κεραυ­νός. Η ανά­σα της έγι­νε ρηχή, γρή­γο­ρη. Η καρ­διά της χτυ­πού­σε τόσο δυνα­τά που νόμι­ζε ότι θα σκά­σει. Τα χέρια της άρχι­σαν να τρέ­μουν ανε­ξέ­λεγ­κτα, ένας παγω­μέ­νος ιδρώ­τας την κάλυ­ψε. Το δωμά­τιο άρχι­σε να γυρί­ζει, οι τοί­χοι να στε­νεύ­ουν. Δεν μπο­ρού­σε να ανα­πνεύ­σει. Πνι­γό­ταν. Πέθαι­νε. «Δεν μπο­ρώ… δεν μπο­ρώ να ανα­πνεύ­σω», ψέλ­λι­σε, με τη φωνή της να σπά­ει. Ο για­τρός έτρε­ξε κοντά της, της μίλη­σε ήρε­μα, της είπε να ανα­πνεύ­σει βαθιά, αργά. Αλλά η Νικόλ ήταν παγι­δευ­μέ­νη σε έναν κυκλώ­να τρό­μου, σε έναν εφιάλ­τη που δεν τελείωνε.

Θυμός, ένας τυφλός, καυ­τός θυμός, την πλημ­μύ­ρι­σε όταν η κρί­ση υπο­χώ­ρη­σε. Θυμός για την αδι­κία, για την κακή της τύχη, για το ίδιο της το σώμα που την πρό­δι­δε. Απο­γο­ή­τευ­ση, μια πικρή, δια­βρω­τι­κή απο­γο­ή­τευ­ση, που της έτρω­γε τα σωθι­κά. Από­γνω­ση, ένα μαύ­ρο, βαθύ πηγά­δι που την τρα­βού­σε μέσα του. Βγή­κε από το νοσο­κο­μείο τρι­κλί­ζο­ντας, και άρχι­σε να περ­πα­τά­ει χωρίς προ­ο­ρι­σμό στους δρό­μους της Αθή­νας, με τον ήλιο του μεση­με­ριού να την χτυ­πά­ει αλύ­πη­τα. Στο Εθνι­κό Κήπο, είδε μια ομά­δα νέων κορι­τσιών να παί­ζουν βόλεϊ. Γελού­σαν, φώνα­ζαν, ίδρω­ναν, κυνη­γού­σαν την μπά­λα με πάθος, με ορμή. Ζού­σαν. Η Νικόλ στά­θη­κε και τις κοί­τα­ξε για ώρα, με μια μεί­ξη ζήλιας και θαυ­μα­σμού. Δεν τις ζήλευε για την υγεία τους. Τις θαύ­μα­ζε για την αυτο­νό­η­τη χαρά τους, για την ξεγνοια­σιά τους.

Και μέσα της, μέσα στην από­γνω­ση και τον θυμό, μια μικρή, τρε­μά­με­νη φλό­γα άνα­ψε ξανά. Δεν θα τα παρα­τού­σε. Δεν θα τους έκα­νε τη χάρη. Θα πάλευε. Για μια ακό­μη μέρα, για μια ακό­μη ευκαι­ρία. Για το δικαί­ω­μα να τρέ­ξει κι αυτή πίσω από μια μπά­λα, να ιδρώ­σει, να γελά­σει, να ζήσει. Για μια μέρα χωρίς φόβο, χωρίς κρί­σεις πανι­κού, χωρίς την αγω­νία της ανα­μο­νής. Μια μέρα που θα ήταν απλώς η Νικόλ — όχι η ασθε­νής, όχι η νεφρο­πα­θής, όχι η γυναί­κα που περι­μέ­νει να πεθά­νει. Απλώς η Νικόλ, που αξί­ζει να ζήσει.

Zahra

Σκο­τά­δι. Πηχτό, από­λυ­το σκο­τά­δι, που μύρι­ζε σκό­νη, υγρα­σία και φόβο. Η Zahra ήταν παγι­δευ­μέ­νη σε έναν τάφο από μπε­τόν και σίδε­ρα, τα απο­μει­νά­ρια του σπι­τιού της, του κόσμου της. Ο σει­σμός, ένας βρυ­χηθ­μός της γης, είχε κατα­πιεί τα πάντα σε δευ­τε­ρό­λε­πτα. Μια λέξη τόσο μικρή, που δεν μπο­ρού­σε να συλ­λά­βει το μέγε­θος της κατα­στρο­φής, τον όλε­θρο που είχε σπεί­ρει. Πονού­σε παντού, το σώμα της ήταν ένα μωσαϊ­κό από πλη­γές και μώλω­πες, μα ήταν ζωντα­νή. Και αυτό, εκεί­νη τη στιγ­μή, ήταν το μόνο που είχε σημα­σία. Ανέ­πνεε, έστω και με δυσκο­λία, κάτω από το βάρος των ερειπίων.

Άκου­γε φωνές. Θολές, μακρι­νές στην αρχή, και μετά όλο και πιο καθα­ρές. Άνδρες. Μιλού­σαν μια γλώσ­σα που δεν κατα­λά­βαι­νε, αλλά ο τόνος της φωνής τους ήταν γεμά­τος ελπί­δα. Δια­σώ­στες. Φώνα­ξε, με όση δύνα­μη της είχε απο­μεί­νει, μια κραυ­γή που βγή­κε από τα βάθη της ψυχής της, μια κραυ­γή για ζωή. Την άκου­σαν. Οι φωνές πλη­σί­α­σαν. Της μίλη­σαν. Δεν κατα­λά­βαι­νε τα λόγια τους, αλλά ένιω­θε την πρό­θε­σή τους. Της είπαν να κάνει υπο­μο­νή. Η ελπί­δα, σαν ένα μικρό, ζεστό που­λί, φώλια­σε στην καρ­διά της.

Μα οι ώρες περ­νού­σαν, βασα­νι­στι­κά αργές, και κανείς δεν ερχό­ταν. Το κρύο άρχι­σε να δια­περ­νά το σώμα της, ο πόνος να γίνε­ται πιο οξύς. Οι φωνές απο­μα­κρύν­θη­καν. Η ελπί­δα άρχι­σε να παγώ­νει. Και τότε, άκου­σε μια φρά­ση, καθα­ρή, κοφτή, που την κατά­λα­βε. Μια φρά­ση που ήταν πιο σκλη­ρή από τις πέτρες που την είχαν πλα­κώ­σει. «Είναι γυναί­κα. Δεν μπο­ρού­με να την αγγί­ξου­με». Το διά­ταγ­μα των Ταλι­μπάν. Μια παρά­λο­γη, απάν­θρω­πη εντο­λή, που την κατα­δί­κα­ζε σε έναν αργό, βασα­νι­στι­κό θάνα­το. Η ειρω­νεία ήταν τόσο σκλη­ρή, που της προ­κά­λε­σε ένα πικρό, σαρ­κα­στι­κό γέλιο. Θα πέθαι­νε, όχι από τον σει­σμό, αλλά από το χέρι των ανθρώ­πων. Από μια ιδε­ο­λο­γία που θεω­ρού­σε το άγγιγ­μα μιας γυναί­κας πιο αμαρ­τω­λό από τον θάνα­τό της.

«Μια μέρα ακό­μα», προ­σευ­χή­θη­κε στον Αλλάχ, με μια πίστη που δεν είχε νιώ­σει ποτέ πριν. «Μόνο μια μέρα». Να δει ξανά το φως του ήλιου, να νιώ­σει τη ζεστα­σιά του στο πρό­σω­πό της. Να ανα­πνεύ­σει καθα­ρό αέρα, όχι τη μυρω­διά του θανά­του. Να μάθει αν η οικο­γέ­νειά της, ο άντρας της, τα παι­διά της, επέ­ζη­σαν. Μια μέρα για να ζήσει, όχι ως γυναί­κα που απα­γο­ρεύ­ε­ται να αγγι­χτεί, αλλά ως άνθρω­πος που αξί­ζει να σωθεί. Μια μέρα για να νική­σει όχι μόνο τα ερεί­πια, αλλά και τον παρα­λο­γι­σμό των ανθρώ­πων. Μια μέρα για να απο­δεί­ξει ότι η ζωή, η ίδια η ζωή, είναι πιο ιερή από κάθε δόγ­μα, από κάθε νόμο.

Η Zahra έκλει­σε τα μάτια, και μέσα στο από­λυ­το σκο­τά­δι, άρχι­σε να τρα­γου­δά­ει. Ένα παλιό, παρα­δο­σια­κό νανού­ρι­σμα που της τρα­γου­δού­σε η μητέ­ρα της όταν ήταν μικρή. Η φωνή της ήταν αδύ­να­μη, τρε­μά­με­νη, αλλά καθα­ρή. Μια πρά­ξη αντί­στα­σης, μια δήλω­ση ζωής. Ένα τρα­γού­δι που ταξί­δε­ψε μέσα από τα συντρίμ­μια, πάνω από τις φωνές των ανδρών, και έφτα­σε μέχρι τον ουρα­νό. Δεν ήξε­ρε αν θα την άκου­γε κανείς. Δεν ήξε­ρε αν θα ζού­σε για να δει το επό­με­νο πρωί. Μα εκεί­νη τη στιγ­μή, κάτω από τα ερεί­πια, παγι­δευ­μέ­νη, κατα­δι­κα­σμέ­νη, η Zahra ήταν πιο ελεύ­θε­ρη από ποτέ. Η ψυχή της πετού­σε ψηλά, πάνω από τον πόνο, τον φόβο, το μίσος. Και τρα­γου­δού­σε. Για τη ζωή. Για την ελπί­δα. Για μια μέρα ακόμα.

Ιάσονας

Οι δρό­μοι της Θεσ­σα­λο­νί­κης ήταν ένας λαβύ­ριν­θος ανα­μνή­σε­ων για τον Ιάσο­να. Κάθε γωνιά, κάθε καφε­τέ­ρια, κάθε πάγκος στην παρα­λία, του θύμι­ζε την Ελι­σά­βετ. Την είχε χάσει, όχι στον θάνα­το, αλλά σε κάτι χει­ρό­τε­ρο — στην αδια­φο­ρία, στη ρου­τί­να, στην παρα­δο­χή ότι η αγά­πη είναι αυτο­νό­η­τη και αιώ­νια. Τώρα, τρεις μήνες μετά τον χωρι­σμό, περ­πα­τού­σε στους ίδιους δρό­μους, ανα­ζη­τώ­ντας ίχνη της, ελπί­ζο­ντας σε μια τυχαία συνά­ντη­ση, σε μια ευκαι­ρία να της πει όσα δεν της είπε όταν ήταν μαζί τους.

Η Ελι­σά­βετ ήταν η γυναί­κα που του είχε δώσει νόη­μα στη ζωή. Μαζί της, ο κόσμος είχε χρώ­μα­τα πιο έντο­να, οι μέρες περ­νού­σαν πιο γρή­γο­ρα, οι νύχτες ήταν πιο γλυ­κές. Της είχε υπο­σχε­θεί γάμο, παι­διά, ένα σπί­τι με κήπο στα προ­ά­στια. Αλλά οι υπο­σχέ­σεις έμει­ναν λόγια, και τα λόγια, χωρίς πρά­ξεις, είναι απλώς αέρας. Η Ελι­σά­βετ κου­ρά­στη­κε να περι­μέ­νει. Κου­ρά­στη­κε να ακού­ει «σύντο­μα», «όταν βρω καλύ­τε­ρη δου­λειά», «όταν μαζέ­ψω λίγα χρή­μα­τα». Κου­ρά­στη­κε να ζει σε ένα αιώ­νιο «σύντο­μα» που ποτέ δεν ερχόταν.

«Δεν μ’ αγα­πάς αρκε­τά για να με κάνεις προ­τε­ραιό­τη­τά σου», του είχε πει εκεί­νο το βρά­δυ, στο δια­μέ­ρι­σμά του στη Νέα Παρα­λία, με τα μάτια της γεμά­τα δάκρυα και απο­γο­ή­τευ­ση. «Μ’ αγα­πάς όσο σου επι­τρέ­πει η άνε­σή σου, όσο δεν σε ενο­χλεί». Και είχε φύγει, αφή­νο­ντάς τον μόνο με τις δικαιο­λο­γί­ες του, τις υπο­σχέ­σεις του, τα «αύριο» του που ποτέ δεν γίνο­νταν «σήμε­ρα».

Τώρα, ο Ιάσο­νας περ­πα­τού­σε στη Λευ­κό Πύρ­γο, εκεί που είχαν πάει την πρώ­τη τους βόλ­τα. Θυμό­ταν πώς της είχε πει ότι θα της έδει­χνε όλη τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, ότι θα την έκα­νε να την αγα­πή­σει όσο την αγα­πού­σε κι εκεί­νος. Και το είχε κάνει. Η Ελι­σά­βετ είχε ερω­τευ­τεί την πόλη, τους ανθρώ­πους της, τη ζωή της. Αλλά δεν είχε ερω­τευ­τεί τον άνθρω­πο που φοβό­ταν να κάνει το επό­με­νο βήμα, που κρυ­βό­ταν πίσω από τις δικαιο­λο­γί­ες του.

«Μια μέρα ακό­μα», προ­σευ­χό­ταν, καθώς κοι­τού­σε τη θάλασ­σα του Θερ­μαϊ­κού. «Μια μέρα για να της δεί­ξω ότι άλλα­ξα». Μια μέρα για να της πει ότι είχε ήδη κλεί­σει ραντε­βού με τον κοσμη­μα­το­πώ­λη, ότι είχε ήδη μιλή­σει με τον ιδιο­κτή­τη για το δια­μέ­ρι­σμα που της άρε­σε στην Καλα­μα­ριά. Μια μέρα για να της δεί­ξει ότι δεν ήταν πια ο άνθρω­πος που ζού­σε στο «σύντο­μα», αλλά ο άνθρω­πος που ζού­σε στο «τώρα». Μια μέρα για να της ζητή­σει συγ­γνώ­μη, όχι με λόγια, αλλά με πρά­ξεις. Μια μέρα για να της απο­δεί­ξει ότι η αγά­πη του δεν ήταν άνε­τη και δει­λή, αλλά τολ­μη­ρή και αποφασιστική.

Την είδε από μακριά, στην παρα­λία, να περ­πα­τά­ει με μια φίλη της. Η καρ­διά του σκίρ­τη­σε, τα πόδια του κίνη­σαν από μόνα τους προς τη μεριά της. Αλλά στα­μά­τη­σε. Τι θα της έλε­γε; Τις ίδιες δικαιο­λο­γί­ες; Τις ίδιες υπο­σχέ­σεις; Την παρα­κο­λού­θη­σε από από­στα­ση, να γελά­ει με κάτι που της έλε­γε η φίλη της. Το γέλιο της, εκεί­νο το κρυ­στάλ­λι­νο γέλιο που τόσο αγα­πού­σε, ακου­γό­ταν ξένο τώρα, από­μα­κρο. Δεν του ανή­κε πια.

Εκεί­νη τη νύχτα, στο μικρό του δια­μέ­ρι­σμα, ο Ιάσο­νας έκλα­ψε για πρώ­τη φορά μετά τον χωρι­σμό. Όχι από λύπη­ση, αλλά από θυμό. Θυμό για τον εαυ­τό του, για τη δει­λία του, για τον χαμέ­νο χρό­νο. Η Ελι­σά­βετ δεν του έλει­πε μόνο σαν γυναί­κα, σαν ερω­μέ­νη. Του έλει­πε σαν το κομ­μά­τι του εαυ­τού του που την έκα­νε καλύ­τε­ρο άνθρω­πο. Μαζί της, ήταν ο άνθρω­πος που ήθε­λε να είναι. Χωρίς αυτήν, ήταν απλώς ο άνθρω­πος που φοβό­ταν να γίνει.

Μια μέρα ακό­μα. Όχι για να την κερ­δί­σει πίσω — ίσως να ήταν πολύ αργά για αυτό. Αλλά για να της δεί­ξει ότι η αγά­πη της δεν πήγε χαμέ­νη. Ότι τον είχε αλλά­ξει, ακό­μα κι αν αυτή η αλλα­γή ήρθε πολύ αργά. Μια μέρα για να γίνει ο άνθρω­πος που θα έπρε­πε να ήταν όταν ήταν μαζί της. Όχι για εκεί­νη πια, αλλά για τον εαυ­τό του. Για να τιμή­σει την αγά­πη που του έδω­σε, ακό­μα κι αν δεν την άξιζε.

Παππούς Γιώργης

Το παγκά­κι στην πλα­τεία Αγί­ας Σοφί­ας στη Θεσ­σα­λο­νί­κη ήταν ο κόσμος του παπ­πού Γιώρ­γη. Κάθε πρωί, στις οκτώ ακρι­βώς, έπαιρ­νε τον ίδιο δρό­μο από το μικρό του δια­μέ­ρι­σμα στη Νεά­πο­λη, περ­πα­τού­σε αργά, με το μπα­στού­νι του να χτυ­πά­ει ρυθ­μι­κά στο πεζο­δρό­μιο, και καθό­ταν στο ίδιο σημείο. Το παγκά­κι με θέα την εκκλη­σία, εκεί που μπο­ρού­σε να παρα­κο­λου­θεί τη ζωή της πόλης να ξυπνά­ει, να κινεί­ται, να ζει. Ογδό­ντα τρία χρό­νια ζωής, και τώρα, η κάθε μέρα ήταν ένα δώρο που δεν ήταν σίγου­ρος αν θα το έβλε­πε ξανά.

Η μονα­ξιά ήταν ο πιο σκλη­ρός εχθρός του. Όχι η σωμα­τι­κή μονα­ξιά — η πλα­τεία ήταν πάντα γεμά­τη κόσμο, παι­διά που έπαι­ζαν, μητέ­ρες που κου­βέ­ντια­ζαν, νέους που φλέρ­τα­ραν. Αλλά η συναι­σθη­μα­τι­κή μονα­ξιά, η αίσθη­ση ότι ήταν ένας θεα­τής σε μια ζωή που δεν του ανή­κε πια. Η Μαρία, η γυναί­κα του, είχε φύγει πριν από πέντε χρό­νια, αφή­νο­ντάς τον μόνο με τις ανα­μνή­σεις και τη σιω­πή. Τα παι­διά του, ο Νίκος και η Ελέ­νη, είχαν τη δική τους ζωή, τις δικές τους οικο­γέ­νειες, τα δικά τους προ­βλή­μα­τα. Τον επι­σκέ­πτο­νταν, φυσι­κά, αλλά οι επι­σκέ­ψεις ήταν γεμά­τες από την άβο­λη ευγέ­νεια της υπο­χρέ­ω­σης, όχι από τη ζεστα­σιά της επιθυμίας.

Ο παπ­πούς Γιώρ­γης θυμό­ταν τον εαυ­τό του σαν νέο άνθρω­πο, γεμά­το όνει­ρα και φιλο­δο­ξί­ες. Είχε δου­λέ­ψει σαν μηχα­νι­κός στα καρά­βια, είχε ταξι­δέ­ψει σε όλο τον κόσμο, είχε δει λιμά­νια και πόλεις που τώρα υπήρ­χαν μόνο στη μνή­μη του. Είχε χτί­σει το σπί­τι του με τα χέρια του, είχε μεγα­λώ­σει τα παι­διά του, είχε αγα­πή­σει τη γυναί­κα του με πάθος και αφο­σί­ω­ση. Τώρα, όλα αυτά φάντα­ζαν σαν όνει­ρα κάποιου άλλου, σαν ιστο­ρί­ες που είχε ακού­σει, όχι ζήσει.

«Μια μέρα ακό­μα», ψιθύ­ρι­ζε, καθώς κοι­τού­σε τα παι­διά να παί­ζουν στην πλα­τεία. «Μια μέρα σαν τότε». Μια μέρα για να νιώ­σει ξανά χρή­σι­μος, ανά­γκαιος. Μια μέρα για να τον χρεια­στεί κάποιος, να τον ψάξει, να τον καλέ­σει. Μια μέρα για να μοι­ρα­στεί τις ιστο­ρί­ες του με κάποιον που θα τις άκου­γε με ενδια­φέ­ρον, όχι με την υπο­μο­νή της ευγέ­νειας. Μια μέρα για να νιώ­σει ότι η ζωή του είχε νόη­μα, ότι η εμπει­ρία του, η σοφία του, η αγά­πη του, είχαν αξία.

Ένα πρωί, ένα μικρό αγο­ρά­κι, γύρω στα έξι, πλη­σί­α­σε το παγκά­κι του. Το παι­δί έκλαι­γε, φοβι­σμέ­νο, χαμέ­νο. «Δεν βρί­σκω τη μαμά μου», είπε με λυγ­μούς. Ο παπ­πούς Γιώρ­γης ένιω­σε μια ζεστα­σιά να τον πλημ­μυ­ρί­ζει, μια αίσθη­ση σκο­πού που είχε να νιώ­σει χρό­νια. Σηκώ­θη­κε από το παγκά­κι, πήρε το παι­δί από το χέρι, και μαζί άρχι­σαν να ψάχνουν. Μίλη­σε στο παι­δί με τη γλυ­κιά φωνή που χρη­σι­μο­ποιού­σε κάπο­τε για τα δικά του εγγό­νια, του είπε ιστο­ρί­ες για να το ηρε­μή­σει, του υπο­σχέ­θη­κε ότι θα βρουν τη μαμά του. Και τη βρή­καν. Η γυναί­κα, πανι­κό­βλη­τη, έτρε­ξε να αγκα­λιά­σει το παι­δί της, και μετά γύρι­σε στον παπ­πού Γιώρ­γη με τα μάτια γεμά­τα δάκρυα ευγνω­μο­σύ­νης. «Σας ευχα­ρι­στώ», του είπε. «Σας ευχα­ρι­στώ πολύ». Και για μια στιγ­μή, ο παπ­πούς Γιώρ­γης ένιω­σε ότι ήταν ξανά ο άνθρω­πος που κάπο­τε ήταν. Χρή­σι­μος, ανα­γκαί­ος, αγαπημένος.

Εκεί­νη τη νύχτα, στο κρε­βά­τι του, ο παπ­πούς Γιώρ­γης χαμο­γέ­λα­σε για πρώ­τη φορά μετά από πολύ και­ρό. Δεν ήθε­λε μια μέρα ακό­μα για να ζήσει περισ­σό­τε­ρο. Ήθε­λε μια μέρα ακό­μα για να ζήσει καλύ­τε­ρα. Για να νιώ­σει ότι η παρου­σία του στον κόσμο έκα­νε δια­φο­ρά, ότι η αγά­πη του, η φρο­ντί­δα του, η εμπει­ρία του, είχαν ακό­μα αξία. Μια μέρα για να είναι ο παπ­πούς που θα ήθε­λε να θυμού­νται τα εγγό­νια του, ο άνθρω­πος που θα ήθε­λε να ήταν η Μαρία περή­φα­νη που παντρεύ­τη­κε. Μια μέρα για να αφή­σει πίσω του κάτι όμορ­φο, κάτι που θα άξι­ζε να θυμούνται.

Επίλογος

Στο τέλος, όλες οι ιστο­ρί­ες συγκλί­νουν σε μια αλή­θεια που μας τρο­μά­ζει με την απλό­τη­τά της: ο παρά­δει­σος δεν είναι ένας τόπος που μας περι­μέ­νει στο μέλ­λον. Είναι ο τόπος που αφή­σα­με πίσω μας, χωρίς να το κατα­λά­βου­με. Είναι εκεί­νες οι στιγ­μές που ζήσα­με χωρίς να τις εκτι­μή­σου­με, εκεί­νες οι μέρες που περά­σα­με θεω­ρώ­ντας τες δεδο­μέ­νες, εκεί­νες οι αγκα­λιές που δεχτή­κα­με σαν να ήταν ατελείωτες.

Η Ελέ­νη στον σταθ­μό, ο Ανδρέ­ας στο κελί, η Μαρία στο νοσο­κο­μείο, η Νικόλ στο μηχά­νη­μα της αιμο­κά­θαρ­σης, η Zahra κάτω από τα ερεί­πια, ο Ιάσο­νας στους δρό­μους της Θεσ­σα­λο­νί­κης, ο παπ­πούς Γιώρ­γης στο παγκά­κι της πλα­τεί­ας — όλοι τους κοι­τά­ζουν πίσω σε έναν χαμέ­νο παρά­δει­σο. Όλοι τους θυμού­νται στιγ­μές που τότε φάντα­ζαν συνη­θι­σμέ­νες, και τώρα λάμπουν στη μνή­μη τους σαν χρυσάφι.

Αυτή είναι η τρα­γω­δία της ανθρώ­πι­νης κατά­στα­σης: ζού­με στο παρόν σκε­πτό­με­νοι το μέλ­λον, και όταν το μέλ­λον γίνε­ται παρόν, νοσταλ­γού­με το παρελ­θόν. Είμα­στε κατα­δι­κα­σμέ­νοι να μην εκτι­μά­με ποτέ πλή­ρως τη στιγ­μή που ζού­με, παρά μόνο όταν αυτή έχει γίνει ανά­μνη­ση. Είμα­στε ταξι­διώ­τες που κοι­τά­ζουν πάντα πίσω τους, με τα μάτια γεμά­τα δάκρυα για τους τόπους που άφησαν.

Και όμως, μέσα σε αυτή την τρα­γω­δία, κρύ­βε­ται και μια βαθιά ομορ­φιά. Για­τί η νοσταλ­γία, ο πόνος της απώ­λειας, η λαχτά­ρα για το χαμέ­νο, είναι από­δει­ξη ότι αγα­πή­σα­με. Είναι από­δει­ξη ότι ζήσα­με στιγ­μές τόσο όμορ­φες, που ο χωρι­σμός από αυτές μας σκί­ζει την ψυχή. Είναι από­δει­ξη ότι η ζωή, παρά τον πόνο της, παρά την παρο­δι­κό­τη­τά της, παρά την αβε­βαιό­τη­τά της, άξι­ζε να βιωθεί.

Κάθε «μια μέρα ακό­μα» που ψιθυ­ρί­ζε­ται στη σιω­πή της νύχτας είναι ένας ύμνος στη ζωή. Κάθε δάκρυ που χύνε­ται για το χαμέ­νο είναι μια ομο­λο­γία αγά­πης. Κάθε προ­σευ­χή για επι­στρο­φή είναι μια ανα­γνώ­ρι­ση της αξί­ας του παρό­ντος που κάπο­τε είχα­με και δεν το εκτιμήσαμε.

Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που ο Θεός — αν υπάρ­χει — μας έκα­νε θνη­τούς. Όχι για να μας τιμω­ρή­σει, αλλά για να μας διδά­ξει την αξία της στιγ­μής. Όχι για να μας στε­ρή­σει την αιω­νιό­τη­τα, αλλά για να μας κάνει να εκτι­μή­σου­με κάθε δευ­τε­ρό­λε­πτο που μας δίνε­ται. Η θνη­τό­τη­τα δεν είναι κατά­ρα — είναι το δώρο που δίνει νόη­μα σε κάθε ανά­σα, σε κάθε χτύ­πο της καρ­διάς, σε κάθε «σ’ αγα­πώ» που λέμε.

Και στο τέλος, όταν ο χρό­νος μας τελειώ­σει, όταν η τελευ­ταία μας μέρα φτά­σει, ίσως να συνει­δη­το­ποι­ή­σου­με ότι κάθε μέρα που ζήσα­με ήταν η «μια μέρα ακό­μα» που κάποιος άλλος προ­σευ­χό­ταν να έχει. Ότι η ζωή που θεω­ρή­σα­με συνη­θι­σμέ­νη ήταν το θαύ­μα που κάποιος άλλος λαχτα­ρού­σε. Ότι ο παρά­δει­σος δεν ήταν κάπου μακριά — ήταν εδώ, ήταν τώρα, ήταν σε κάθε στιγ­μή που δεν κατα­λά­βα­με πόσο πολύ­τι­μη ήταν.

Κι έτσι, οι φωνές των ηρώ­ων μας συνε­χί­ζουν να ψιθυ­ρί­ζουν στον αέρα, να ταξι­δεύ­ουν μέσα από τον χρό­νο και τον χώρο, να φτά­νουν σε άλλες ψυχές που βιώ­νουν τον ίδιο πόνο, την ίδια λαχτά­ρα, την ίδια ελπί­δα. «Μια μέρα ακό­μα», λένε. «Μόνο μια μέρα ακό­μα». Και στο ψίθυ­ρό τους, κρύ­βε­ται όλη η ομορ­φιά και όλη η τρα­γω­δία του να είσαι άνθρω­πος σε έναν κόσμο όπου τίπο­τα δεν διαρ­κεί για πάντα, αλλά όλα — ακό­μα και ο πόνος — έχουν νόημα.

Για­τί στο τέλος, δεν είναι η διάρ­κεια που δίνει αξία στη ζωή. Είναι η έντα­ση. Δεν είναι το πόσο ζήσα­με, αλλά το πόσο αγα­πή­σα­με. Δεν είναι οι μέρες που προ­σθέ­σα­με στη ζωή μας, αλλά η ζωή που προ­σθέ­σα­με στις μέρες μας.

Και κάπου, σε μια γωνιά του σύμπα­ντος, ο Θεός — αν υπάρ­χει — κοι­τά­ζει τα παι­διά του να παλεύ­ουν με τον χρό­νο, να κλαί­νε για το χαμέ­νο, να προ­σεύ­χο­νται για το αδύ­να­το. Και ίσως, μέσα στα δάκρυά τους, να βλέ­πει όχι απο­τυ­χία, αλλά την πιο όμορ­φη από­δει­ξη ότι η ζωή που τους έδω­σε άξι­ζε κάθε στιγ­μή πόνου, κάθε στιγ­μή χαράς, κάθε στιγ­μή αγάπης.

«Μια μέρα ακό­μα» — η πιο τρυ­φε­ρή κραυ­γή της ψυχής μας. Όχι για να ζήσου­με περισ­σό­τε­ρο, αλλά για να ζήσου­με καλύ­τε­ρα. Μια τελευ­ταία ευκαι­ρία να πού­με «σ’ αγα­πώ», να δού­με έναν ηλιο­βα­σί­λε­μα, να κρα­τή­σου­με ένα χέρι. Αυτή είναι η προ­σευ­χή που μας κάνει ανθρώπους.

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Η Λογο­τε­χνία σήμερα

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Τα σχόλια είναι κλειστά.