- Διαφήμιση -

Η σιωπή των τοίχων

 

Μπά­μπης Στέρτσος

Πολυ­φω­νι­κό μυθιστόρημα

Ελένη

Το ρολόι στον τοί­χο μετρά­ει λάθος τον χρό­νο. Όχι τα δευ­τε­ρό­λε­πτα, αυτά κυλούν σωστά, ρυθ­μι­κά, σχε­δόν ειρω­νι­κά. Μετρά­ει λάθος την απου­σία. Κάθε χτύ­πος του είναι ένας από­η­χος της φωνής του Κώστα που λεί­πει, ένα κενό ανά­με­σα στις ανα­μνή­σεις. Σήμε­ρα κλεί­νουν τρία χρό­νια. Τρία χρό­νια σιω­πής που απλώ­νε­ται σαν σκό­νη πάνω στα έπι­πλα, πάνω στις φωτο­γρα­φί­ες μας, πάνω στην καρ­διά μου. Το δια­μέ­ρι­σμα, κάπο­τε γεμά­το από τα γέλια του, τις φωνές του, ακό­μα και τους καβγά­δες μας, τώρα είναι απλώς ένα κου­κού­λι από τοί­χους που με φυλα­κί­ζουν στις αναμνήσεις.

Το πρωί, έφτια­ξα καφέ για δύο. Συνή­θεια. Άφη­σα τη δική του κού­πα, την μπλε με το σπα­σμέ­νο χερού­λι, να κρυώ­νει στον πάγκο της κου­ζί­νας. Της μιλάω μερι­κές φορές. «Κρύ­ω­σε ο καφές σου, Κώστα», ψιθυ­ρί­ζω, και για μια στιγ­μή, σχε­δόν περι­μέ­νω να ακού­σω τα βήμα­τά του στο διά­δρο­μο. Αλλά ακούω μόνο τον από­η­χο της δικής μου φωνής, έναν ήχο ξένο και αδύ­να­μο μέσα στην ακι­νη­σία του σπι­τιού. Οι γεί­το­νες με χαι­ρε­τούν στον διά­δρο­μο με έναν οίκτο που δεν ζήτη­σα. «Κου­ρά­γιο, κυρία Ελέ­νη». Τι να το κάνω το κου­ρά­γιο; Το κου­ρά­γιο δεν σου κρα­τά­ει το χέρι το βρά­δυ, δεν σου λέει μια καλη­νύ­χτα που να διώ­χνει τους εφιάλτες.

Βγαί­νω στο μπαλ­κό­νι και ποτί­ζω τις γλά­στρες του. Ο βασι­λι­κός έχει αρχί­σει να ξεραί­νε­ται. «Δεν έχεις το χέρι του πατέ­ρα σου», μου έλε­γε η μάνα μου. Ίσως να είχε δίκιο. Κοι­τά­ζω κάτω στον δρό­μο. Άνθρω­ποι περ­νούν, βια­στι­κοί, απορ­ρο­φη­μέ­νοι στις ζωές τους. Ένας νεα­ρός άντρας, χωμέ­νος στην οθό­νη του κινη­τού του, σχε­δόν πέφτει πάνω σε μια κοπέ­λα. Δεν ζητά­ει καν συγ­γνώ­μη. Ένα κορί­τσι με ακου­στι­κά στα αυτιά, απο­μο­νω­μέ­νο στον δικό του κόσμο. Ένας άντρας με στο­λή φύλα­κα, με βλέμ­μα κου­ρα­σμέ­νο, ξεκι­νά­ει για τη νυχτε­ρι­νή του βάρ­δια. Μια γυναί­κα, με μπο­γιές στα ρού­χα της, επι­στρέ­φει σπί­τι, ίσως από το εργα­στή­ριό της. Τους βλέ­πω όλους, μα κανείς δεν με βλέ­πει. Είμαι αόρα­τη, μια σκιά πίσω από τα γεράνια.

 

Αλέξης

Κοι­τάς την οθό­νη. Τρεις χιλιά­δες δια­κό­σιοι δώδε­κα φίλοι. Ένα post σου για τον και­νούρ­γιο κώδι­κα που έγρα­ψες, εκα­τόν πενή­ντα likes μέσα σε δέκα λεπτά. Είσαι δημο­φι­λής. Είσαι συν­δε­δε­μέ­νος. Είσαι στο κέντρο του ψηφια­κού σου σύμπα­ντος. Και είσαι απελ­πι­στι­κά μόνος.

Σηκώ­νε­σαι από την καρέ­κλα και περ­πα­τάς τα τρία βήμα­τα μέχρι το ψυγείο. Το φως του σε τυφλώ­νει για μια στιγ­μή. Άδειο, εκτός από ένα μπου­κά­λι νερό και ένα για­ούρ­τι που έχει λήξει. Κλεί­νεις την πόρ­τα και η αντα­νά­κλα­σή σου στο γυα­λί της σε κοι­τά­ζει χλω­μή. Πότε ήταν η τελευ­ταία φορά που μίλη­σες σε άνθρω­πο πρό­σω­πο με πρό­σω­πο; Η κλή­ση στο Zoom με την ομά­δα σου το πρωί δεν μετρά­ει. Ούτε η κου­βέ­ντα με τον ντε­λι­βε­ρά που σου έφε­ρε τον καφέ. Μιλάς για δου­λειά, ανταλ­λάσ­σεις τα απα­ραί­τη­τα, αλλά δεν *μιλάς*. Δεν λες τίπο­τα από αυτά που πραγ­μα­τι­κά σκέ­φτε­σαι. Δεν ακούς τίπο­τα από αυτά που πραγ­μα­τι­κά αισθά­νο­νται οι άλλοι.

Κάθε­σαι πάλι. Ανοί­γεις ένα νέο παρά­θυ­ρο. “Πώς να γνω­ρί­σεις κόσμο”. Η ειρω­νεία σε κάνει να γελά­σεις πικρά. Εσύ, ο γκου­ρού των social media, ο αρχι­τέ­κτο­νας ψηφια­κών κοι­νο­τή­των, να ψάχνεις στο Google πώς να κάνεις έναν φίλο. Κλεί­νεις το παρά­θυ­ρο. Είναι πιο εύκο­λο να βυθι­στείς πάλι στη ζεστή, οικεία αγκα­λιά της οθό­νης. Εκεί, του­λά­χι­στον, οι κανό­νες είναι σαφείς. Ένα like είναι απο­δο­χή. Ένα share είναι επι­βε­βαί­ω­ση. Ένα comment είναι συζή­τη­ση. Όλα απλά, καθα­ρά, χωρίς τις ακα­τά­στα­τες περι­πλο­κές της πραγ­μα­τι­κής ζωής. Χωρίς τον κίν­δυ­νο της απόρ­ρι­ψης, της παρε­ξή­γη­σης, της αμη­χα­νί­ας. Χωρίς την πιθα­νό­τη­τα της πραγ­μα­τι­κής σύνδεσης.

 

Μαρία

Αγα­πη­τό μου ημερολόγιο,

Σήμε­ρα στο σχο­λείο η κυρία της Ιστο­ρί­ας μας ρώτη­σε τι θαυ­μά­ζου­με περισ­σό­τε­ρο. Η Κατε­ρί­να είπε τους αρχαί­ους Έλλη­νες. Ο Κώστας είπε τον Elon Musk. Εγώ δεν είπα τίπο­τα. Πώς να τους εξη­γή­σω ότι εγώ θαυ­μά­ζω τους ανθρώ­πους που ξέρουν πώς να μιλά­νε; Όχι απλώς να βγά­ζουν λέξεις από το στό­μα τους. Αλλά να λένε αυτό που νιώ­θουν. Στο σπί­τι, κανείς δεν μιλά­ει. Ο μπα­μπάς βλέ­πει τηλε­ό­ρα­ση. Η μαμά μιλά­ει στο τηλέ­φω­νο με τις φίλες της. Ο αδερ­φός μου είναι κλει­σμέ­νος στο δωμά­τιό του με τα video games του. Καμιά φορά, προ­σπα­θώ. Λέω κάτι στο τρα­πέ­ζι. Για ένα βιβλίο που διά­βα­σα, για ένα τρα­γού­δι που άκου­σα. Η απά­ντη­ση είναι πάντα η ίδια. Ένα «α, ωραία» από τη μαμά, ένα μουρ­μου­ρη­τό από τον μπα­μπά. Είναι σαν να μιλάω σε μια γλώσ­σα που κανείς δεν καταλαβαίνει.

Νιώ­θω σαν να είμαι φτιαγ­μέ­νη από γυα­λί. Όλοι βλέ­πουν μέσα από μένα, αλλά κανείς δεν βλέ­πει εμέ­να. Βλέ­πουν την καλή μαθή­τρια, την ήσυ­χη κόρη, την αδιά­φο­ρη αδερ­φή. Δεν βλέ­πουν ότι μέσα μου ουρ­λιά­ζω. Ότι θέλω κάποιος να με ρωτή­σει «πώς είσαι;» και να περι­μέ­νει να ακού­σει την απά­ντη­ση. Την αλη­θι­νή απά­ντη­ση. Όχι το «καλά» που λέω πάντα. Αλλά το «νιώ­θω μόνη». Το «νιώ­θω ότι δεν ανή­κω πουθενά».

Σήμε­ρα, στο διά­λειμ­μα, καθό­μουν μόνη μου στο παγκά­κι. Έβλε­πα τις παρέ­ες να γελά­νε, να πει­ρά­ζο­νται, να μοι­ρά­ζο­νται μυστι­κά. Έβα­λα τα ακου­στι­κά μου. Η μου­σι­κή είναι η μόνη μου παρέα. Η μόνη φωνή που δεν με κάνει να νιώ­θω αόρα­τη. Καμιά φορά, φαντά­ζο­μαι ότι οι στί­χοι είναι γραμ­μέ­νοι για μένα. Ότι ο τρα­γου­δι­στής με κατα­λα­βαί­νει. Είναι ανό­η­το, το ξέρω. Αλλά είναι το μόνο που έχω.

 

Γιώργος

Η νύχτα έχει τη δική της γλώσ­σα. Μια γλώσ­σα φτιαγ­μέ­νη από τη σιω­πή, τον από­η­χο των βημά­των στους άδειους δια­δρό­μους, το βου­η­τό του κλι­μα­τι­σμού. Ο Γιώρ­γος την κατα­λά­βαι­νε από­λυ­τα. Εδώ και δέκα χρό­νια, ήταν ο νυχτε­ρι­νός φύλα­κας αυτού του γυά­λι­νου πύρ­γου. Την ημέ­ρα, το κτί­ριο έσφυ­ζε από ζωή, από φιλο­δο­ξί­ες, από το άγχος εκα­το­ντά­δων ανθρώ­πων. Το βρά­δυ, μετα­μορ­φω­νό­ταν σε ένα σιω­πη­λό μνη­μείο της ανθρώ­πι­νης δρα­στη­ριό­τη­τας. Ένα κου­φά­ρι γεμά­το γρα­φεία, υπο­λο­γι­στές που κοι­μό­ντου­σαν και αφη­μέ­να φλι­τζά­νια καφέ.

Η μονα­ξιά του Γιώρ­γου δεν ήταν οδυ­νη­ρή. Ήταν μια συν­θή­κη, ένας στα­θε­ρός σύντρο­φος. Στη βάρ­δια του, δεν υπήρ­χαν προσ­δο­κί­ες, δεν υπήρ­χαν απαι­τή­σεις. Υπήρ­χε μόνο η ρου­τί­να. Ο έλεγ­χος των ορό­φων, το τσε­κά­ρι­σμα στις κάμε­ρες ασφα­λεί­ας, το σταυ­ρό­λε­ξο που άφη­νε πάντα στη μέση. Από τις οθό­νες, παρα­κο­λου­θού­σε τον κόσμο που δεν κοι­μό­ταν ποτέ. Τα φώτα της πόλης, τα αυτο­κί­νη­τα που διέ­σχι­ζαν τις λεω­φό­ρους σαν φωτει­νά ποτά­μια. Έβλε­πε τις ζωές των άλλων από από­στα­ση, σαν θεα­τής σε ένα θέα­τρο σκιών. Μια ηλι­κιω­μέ­νη γυναί­κα στο απέ­να­ντι δια­μέ­ρι­σμα, που πότι­ζε τα λου­λού­δια της στο μπαλ­κό­νι, ακό­μα και μέσα στη νύχτα. Ένας νεα­ρός που δεν έκλει­νε ποτέ το φως του υπο­λο­γι­στή του. Μια καλ­λι­τέ­χνι­δα στο παλιό νεο­κλα­σι­κό, που ζωγρά­φι­ζε μέχρι το πρωί υπό το φως μιας λάμπας.

Δεν τους ήξε­ρε. Δεν ήξε­ρε τα ονό­μα­τά τους, τις ιστο­ρί­ες τους. Αλλά τους ένιω­θε. Ένιω­θε την κοι­νή τους μονα­ξιά, μια αόρα­τη κλω­στή που τους συνέ­δεε όλους μέσα στη σιω­πή της πόλης. Καμιά φορά, φαντα­ζό­ταν τις ζωές τους. Έπλα­θε ιστο­ρί­ες γι’ αυτούς, τους έδι­νε όνει­ρα και φόβους. Ήταν ο σιω­πη­λός παρα­τη­ρη­τής, ο φύλα­κας όχι μόνο του κτι­ρί­ου, αλλά και των ανεί­πω­των ιστο­ριών της νύχτας. Και μέσα σε αυτή την παρα­τή­ρη­ση, έβρι­σκε μια παρά­ξε­νη αίσθη­ση του ανή­κειν. Δεν ήταν μέρος του κόσμου τους, αλλά δεν ήταν και εντε­λώς έξω από αυτόν. Ήταν ο συν­δε­τι­κός κρί­κος, ο μάρ­τυ­ρας της κοι­νής τους ανθρώ­πι­νης κατάστασης.

 

Άννα

Το χρώ­μα. Ξεκι­νά­ει πάντα από το χρώ­μα. Ένα βαθύ μπλε, το μπλε της νύχτας που δεν είναι ποτέ πραγ­μα­τι­κά μαύ­ρη, το μπλε της θάλασ­σας λίγο πριν την αυγή. Το απλώ­νω στον καμ­βά και δεν είναι απλώς χρώ­μα, είναι συναί­σθη­μα, είναι η σιω­πή που επέ­λε­ξα, η ησυ­χία που έχτι­σα γύρω μου τοί­χο-τοί­χο, πινε­λιά-πινε­λιά. Με λένε μονα­χι­κή. Δεν κατα­λα­βαί­νουν. Δεν είναι μονα­ξιά, είναι απο­μό­νω­ση. Είναι επι­λο­γή. Είναι ο χώρος που χρειά­ζο­μαι για να ακού­σω τις σκέ­ψεις μου, για να δω τα χρώ­μα­τα πίσω από τα πράγ­μα­τα. Ο κόσμος έξω είναι θόρυ­βος, ένας καται­γι­σμός από άχρη­στες πλη­ρο­φο­ρί­ες, από ψεύ­τι­κα χαμό­γε­λα και επι­φα­νεια­κές κου­βέ­ντες. Εδώ, στο εργα­στή­ριό μου, υπάρ­χει μόνο η αλή­θεια. Η αλή­θεια του καμ­βά, του πινέ­λου, της μυρω­διάς από νέφτι.

Οι φίλοι μου στα­μά­τη­σαν να παίρ­νουν τηλέ­φω­νο. «Δεν βγαί­νεις ποτέ», έλε­γαν. «Έχεις κλει­στεί στον κόσμο σου». Ναι. Ακρι­βώς. Για­τί ο δικός μου κόσμος έχει νόη­μα. Έχει σχή­μα­τα και φως και σκιές. Ο δικός τους κόσμος έχει μόνο deadlines και λογα­ρια­σμούς και κου­τσο­μπο­λιά. Δεν τους κρί­νω. Απλώς, δεν ανή­κω πια εκεί. Η μονα­ξιά μου δεν είναι κενό. Είναι γεμά­τη. Γεμά­τη από τις μορ­φές που περι­μέ­νουν να γεν­νη­θούν, από τις ιστο­ρί­ες που θέλω να πω χωρίς λέξεις. Κοι­τά­ζω έξω από το παρά­θυ­ρο. Τα φώτα της πόλης. Κάθε φως, μια ζωή, μια ιστο­ρία. Ένας φύλα­κας στο απέ­να­ντι κτί­ριο, ακί­νη­τος σαν άγαλ­μα. Μια σκιά σε ένα μπαλ­κό­νι, που φρο­ντί­ζει τα λου­λού­δια της. Ένα μπλε φως από ένα παρά­θυ­ρο, που δεν σβή­νει ποτέ. Είμα­στε όλοι νησιά, αλλά μας συν­δέ­ει η ίδια θάλασ­σα σιω­πής. Και εγώ, προ­σπα­θώ να ζωγρα­φί­σω αυτή τη θάλασσα.

 

Σύγκλιση

Μια στιγ­μιαία δια­κο­πή ρεύ­μα­τος. Για τρία δευ­τε­ρό­λε­πτα, η πόλη βυθί­ζε­ται στο σκο­τά­δι και τη σιωπή.

Στο δια­μέ­ρι­σμά της, η Ελέ­νη παγώ­νει, με το χέρι της να πλη­σιά­ζει τη φωτο­γρα­φία του Κώστα. Η από­λυ­τη ησυ­χία είναι δια­φο­ρε­τι­κή από τη δική της. Είναι μια ησυ­χία που μοι­ρά­ζε­ται. Και για μια στιγ­μή, δεν νιώ­θει μόνη.

Η οθό­νη του Αλέ­ξη σβή­νει. Το μπλε φως εξα­φα­νί­ζε­ται, και το σκο­τά­δι του δωμα­τί­ου τον τυλί­γει. Για πρώ­τη φορά μετά από και­ρό, ακού­ει την ανά­σα του. Σηκώ­νει το βλέμ­μα και κοι­τά­ζει έξω από το παρά­θυ­ρο, προς τα άλλα σκο­τει­νά παράθυρα.

Η μου­σι­κή στα ακου­στι­κά της Μαρί­ας στα­μα­τά. Η σιω­πή είναι από­το­μη, σχε­δόν βίαιη. Βγά­ζει τα ακου­στι­κά. Ακού­ει τη φωνή της μητέ­ρας της να φωνά­ζει το όνο­μά της από το σαλό­νι, με μια νότα ανη­συ­χί­ας στη φωνή της. «Μαρία; Είσαι καλά;»

Οι οθό­νες του Γιώρ­γου σβή­νουν. Στέ­κε­ται όρθιος, μέσα στο από­λυ­το σκο­τά­δι του γυά­λι­νου πύρ­γου. Κοι­τά­ζει έξω, την πόλη που έχει σιγή­σει. Και χαμο­γε­λά. Για­τί ξέρει ότι αυτή τη στιγ­μή, όλοι κοι­τά­ζουν το ίδιο σκοτάδι.

Το φως στο εργα­στή­ριο της Άννας σβή­νει. Το πινέ­λο της στα­μα­τά στη μέση της δια­δρο­μής. Μένει ακί­νη­τη, κοι­τά­ζο­ντας τον καμ­βά που δεν μπο­ρεί πια να δει. Και μέσα στο σκο­τά­δι, βλέ­πει το πιο καθα­ρό χρώ­μα από όλα. Το χρώ­μα της κοι­νής ανθρώ­πι­νης εμπειρίας.

Και μετά, τα φώτα επι­στρέ­φουν. Η πόλη ξανα­βρί­σκει τον θόρυ­βό της. Αλλά κάτι έχει αλλά­ξει. Για τρία δευ­τε­ρό­λε­πτα, πέντε άγνω­στοι μοι­ρά­στη­καν την ίδια μονα­ξιά. Και αυτό, χωρίς να το ξέρουν, τους έφε­ρε πιο κοντά.

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Η Λογο­τε­χνία σήμερα

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
Αφήστε μια απάντηση

Σημείωση πριν τη φόρμα σχολίων

Σημείωση μετά ΄τη φόρμα σχολίων