- Διαφήμιση -

«Η Μενεξεδένια Πολιτεία»: Η Αθήνα των ονείρων και των διαψεύσεων

Ο Άγγε­λος Τερ­ζά­κης, η Γενιά του ’30 και μια πρω­τεύ­ου­σα που αλλά­ζει πρόσωπο

Μπά­μπης Στέρτσος

Υπάρ­χουν πόλεις που τις κατοι­κού­με και πόλεις που, χωρίς να το κατα­λα­βαί­νου­με, κατοι­κούν μέσα μας. Η Αθή­να της «Μενε­ξε­δέ­νιας Πολι­τεί­ας» ανή­κει και στις δύο κατη­γο­ρί­ες. Απλώ­νε­ται μπρο­στά στους ήρω­ες του Άγγε­λου Τερ­ζά­κη σαν υπό­σχε­ση, φωτι­σμέ­νη από τα χρώ­μα­τα του δει­λι­νού, και την ίδια στιγ­μή κλεί­νει γύρω τους σαν παγί­δα. Είναι η πόλη όπου ο επαρ­χιώ­της φτά­νει πιστεύ­ο­ντας ότι θα πραγ­μα­το­ποι­ή­σει τα όνει­ρά του, αλλά και η πόλη που μπο­ρεί, στο τέλος, να του τα έχει πάρει όλα.

Το μυθι­στό­ρη­μα εκδό­θη­κε το 1937, σε μια επο­χή κατά την οποία η Αθή­να είχε ήδη αρχί­σει να χάνει την παλιά της όψη. Μετά τη Μικρα­σια­τι­κή Κατα­στρο­φή και την εγκα­τά­στα­ση των προ­σφύ­γων, η πρω­τεύ­ου­σα μεγά­λω­νε με πρω­το­φα­νή ταχύ­τη­τα. Νέες συνοι­κί­ες δημιουρ­γού­νταν, ο πλη­θυ­σμός αυξα­νό­ταν και η πόλη απο­κτού­σε τον ανή­συ­χο ρυθ­μό μιας μεγα­λού­πο­λης. Κάτω από αυτή την αλλα­γή δεν χάνο­νταν μόνο σπί­τια, γει­το­νιές και γνώ­ρι­μα τοπία· μετα­βάλ­λο­νταν οι σχέ­σεις των ανθρώ­πων και ένας ολό­κλη­ρος τρό­πος ζωής.

Ο Τερ­ζά­κης γνώ­ρι­ζε αυτή τη μετά­βα­ση από πρώ­το χέρι. Γεν­νή­θη­κε στο Ναύ­πλιο το 1907 και εγκα­τα­στά­θη­κε στην Αθή­να με την οικο­γέ­νειά του το 1915. Είδε, επο­μέ­νως, την πόλη να απλώ­νε­ται πέρα από τα παλιά της όρια και να μετα­μορ­φώ­νε­ται μπρο­στά στα μάτια του. Στη «Μενε­ξε­δέ­νια Πολι­τεία» η προ­σω­πι­κή μνή­μη συνα­ντά την κοι­νω­νι­κή παρα­τή­ρη­ση. Η Αθή­να δεν περι­γρά­φε­ται από έναν ψυχρό παρα­τη­ρη­τή, αλλά από έναν συγ­γρα­φέα που την αγά­πη­σε και συγ­χρό­νως φοβή­θη­κε αυτό που γινόταν.

Η οικο­γέ­νεια Μαλβή

Στο κέντρο της αφή­γη­σης βρί­σκε­ται ο Μελέ­της Μαλ­βής, ένας επαρ­χιώ­της που έρχε­ται νέος στην Αθή­να, σπου­δά­ζει νομι­κά και απο­φα­σί­ζει να ριζώ­σει στην πρω­τεύ­ου­σα. Είναι ένας άνθρω­πος ήπιος, τίμιος και καλο­προ­αί­ρε­τος, χωρίς όμως την απο­φα­σι­στι­κό­τη­τα που απαι­τεί η ζωή. Η όμορ­φη και φιλό­δο­ξη σύζυ­γός του, η Όλγα, τον εγκα­τα­λεί­πει για να ακο­λου­θή­σει έναν πλου­σιό­τε­ρο άνδρα. Εκεί­νος μένει πίσω με τα δύο παι­διά τους, τον Ορέ­στη και τη Σοφία, προ­σπα­θώ­ντας να κρα­τή­σει όρθια μια οικο­γέ­νεια που έχει ήδη τραυ­μα­τι­στεί βαθιά.

Γύρω τους κινού­νται ο νεα­ρός δικη­γό­ρος Γιάν­νης Μαρού­κης, που ερω­τεύ­ε­ται τη Σοφία, και μια σει­ρά προ­σώ­πων που αντι­προ­σω­πεύ­ουν δια­φο­ρε­τι­κές όψεις της αθη­ναϊ­κής κοι­νω­νί­ας. Άλλοι δια­τη­ρούν ακό­μη κάποια ηθι­κή ευαι­σθη­σία και άλλοι προ­σαρ­μό­ζο­νται ευκο­λό­τε­ρα σε έναν κόσμο όπου η κοι­νω­νι­κή άνο­δος, το χρή­μα και η προ­σω­πι­κή επι­βο­λή κερ­δί­ζουν διαρ­κώς έδαφος.

Η πλο­κή, ωστό­σο, δεν είναι το σημα­ντι­κό­τε­ρο στοι­χείο του βιβλί­ου. Ο Τερ­ζά­κης ενδια­φέ­ρε­ται περισ­σό­τε­ρο για όσα συμ­βαί­νουν μέσα στους ανθρώ­πους: για τις μικρές ταπει­νώ­σεις που συσ­σω­ρεύ­ο­νται, για τα όνει­ρα που ανα­βάλ­λο­νται, για τα αισθή­μα­τα που δεν εκφρά­ζο­νται όταν πρέ­πει. Οι ήρω­ές του δεν είναι πλα­σμέ­νοι για εντυ­πω­σια­κές πρά­ξεις. Είναι άνθρω­ποι της καθη­με­ρι­νό­τη­τας, οι οποί­οι αγω­νί­ζο­νται σιω­πη­λά και συχνά ηττώ­νται χωρίς κανείς να αντι­λαμ­βά­νε­ται το μέγε­θος της προ­σω­πι­κής τους δοκιμασίας.

Η Αθή­να ως πραγ­μα­τι­κή πρωταγωνίστρια

Ο τίτλος του μυθι­στο­ρή­μα­τος παρα­πέ­μπει στο αρχαίο «ἰοστε­φές άστυ», στην Αθή­να με το στε­φά­νι από μενε­ξιές. Το μενε­ξε­δί είναι το χρώ­μα του δει­λι­νού, της ρομα­ντι­κής προσ­δο­κί­ας και της ανά­μνη­σης. Είναι όμως συγ­χρό­νως χρώ­μα πέν­θους. Μέσα σε αυτή τη διπλή σημα­σία κρύ­βε­ται ολό­κλη­ρο το βιβλίο.

Η πόλη είναι όμορ­φη όταν την αντι­κρί­ζουν οι ήρω­ες από μακριά. Μοιά­ζει απέ­ρα­ντη, γεμά­τη δυνα­τό­τη­τες, σχε­δόν παρα­μυ­θέ­νια. Όταν, όμως, επι­στρέ­φουν στα φτω­χι­κά της σοκά­κια, στους περιο­ρι­σμέ­νους ορί­ζο­ντες και στην αγω­νία της βιο­πά­λης, η μαγεία υπο­χω­ρεί. Η ίδια Αθή­να που γεν­νά την προσ­δο­κία δημιουρ­γεί και το αίσθη­μα του εγκλωβισμού.

Αυτή η διπλή εικό­να εμπο­δί­ζει το μυθι­στό­ρη­μα να γίνει μια απλή νοσταλ­γι­κή περι­ή­γη­ση στην παλιά πρω­τεύ­ου­σα. Ο Τερ­ζά­κης δεν θρη­νεί μόνο για τα σπί­τια και τις γει­το­νιές που χάνο­νται. Βλέ­πει εγκαί­ρως κάτι βαθύ­τε­ρο: καθώς η πόλη μεγα­λώ­νει, ο άνθρω­πος κιν­δυ­νεύ­ει να μικρύ­νει μέσα της. Το πλή­θος, που τη δημιούρ­γη­σε, μοιά­ζει τελι­κά να εξου­σιά­ζε­ται από το ίδιο του το δημιούργημα.

Γι’ αυτό η «Μενε­ξε­δέ­νια Πολι­τεία» παρα­μέ­νει επί­και­ρη. Η Αθή­να έχει αλλά­ξει πολ­λές φορές από το 1937, αλλά το αίσθη­μα που περι­γρά­φει ο Τερ­ζά­κης δεν μας είναι ξένο. Ακό­μη και σήμε­ρα η πόλη προ­σφέ­ρει ελευ­θε­ρία, κίνη­ση και ευκαι­ρί­ες, ενώ ταυ­τό­χρο­να γεν­νά μονα­ξιά, εξά­ντλη­ση και την εντύ­πω­ση ότι η ανθρώ­πι­νη ζωή χάνε­ται μέσα στον θόρυ­βό της.

Η Γενιά του ’30 και το αστι­κό μυθιστόρημα

Ο Άγγε­λος Τερ­ζά­κης υπήρ­ξε μία από τις σημα­ντι­κό­τε­ρες μορ­φές της Γενιάς του ’30, μαζί με δημιουρ­γούς όπως ο Γιώρ­γος Θεο­το­κάς, ο Κοσμάς Πολί­της, ο Ηλί­ας Βενέ­ζης και ο Στρα­τής Μυρι­βή­λης. Η γενιά αυτή δεν απο­τέ­λε­σε μια ομά­δα με ενιαί­ες από­ψεις. Την ένω­νε, όμως, η ανά­γκη να ανα­νε­ώ­σει τη νεο­ελ­λη­νι­κή λογο­τε­χνία και να μιλή­σει με νέους τρό­πους για τη σύγ­χρο­νη ελλη­νι­κή εμπειρία.

Στην πεζο­γρα­φία η ανα­νέ­ω­ση αυτή συν­δέ­θη­κε με την ανά­πτυ­ξη του μυθι­στο­ρή­μα­τος και τη μετα­κί­νη­ση του ενδια­φέ­ρο­ντος από την παρα­δο­σια­κή ηθο­γρα­φία προς την πόλη, την κοι­νω­νία και την ψυχο­λο­γία του ατό­μου. Ο Τερ­ζά­κης δεν αρκεί­ται στην κατα­γρα­φή των εξω­τε­ρι­κών συν­θη­κών. Παρα­κο­λου­θεί τον τρό­πο με τον οποίο η οικο­νο­μι­κή στε­νό­τη­τα, οι κοι­νω­νι­κές προ­κα­τα­λή­ψεις και οι οικο­γε­νεια­κές πλη­γές εισχω­ρούν στην ψυχή και καθο­ρί­ζουν τις απο­φά­σεις των ανθρώπων.

Ο ίδιος είχε υπο­στη­ρί­ξει από το 1933 ότι το μυθι­στό­ρη­μα ήταν το λογο­τε­χνι­κό είδος που εξέ­φρα­ζε κατε­ξο­χήν τη σύγ­χρο­νη επο­χή, μια νεό­τε­ρη συνέ­χεια του αρχαί­ου έπους. Στη «Μενε­ξε­δέ­νια Πολι­τεία» το έπος δεν αφο­ρά βασι­λιά­δες και πολε­μι­στές. Αφο­ρά τους καθη­με­ρι­νούς ανθρώ­πους της Αθή­νας, τις μικρές τους νίκες και τις αφα­νείς ήττες τους.

Μια ενδια­φέ­ρου­σα κρι­τι­κή ανά­γνω­ση βλέ­πει μάλι­στα το βιβλίο ως έμμε­ση απά­ντη­ση στην αισιο­δο­ξία με την οποία ο νεα­ρός Θεο­το­κάς μιλού­σε για τη «λευ­κή πολι­τεία» και για το μέλ­λον της νέας γενιάς. Η άπο­ψη αυτή δεν μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί βεβαιω­μέ­νη πρό­θε­ση του συγ­γρα­φέα, φωτί­ζει όμως μια πραγ­μα­τι­κή δια­φο­ρά. Η πολι­τεία του Τερ­ζά­κη δεν είναι λευ­κή και θριαμ­βευ­τι­κή. Είναι μενε­ξε­δέ­νια, φωτι­σμέ­νη από ένα αβέ­βαιο δει­λι­νό. Κρα­τά ακό­μη κάτι από την ομορ­φιά και την ελπί­δα της νεό­τη­τας, αλλά γνω­ρί­ζει ήδη τη διάψευση.

Μια οικο­γε­νεια­κή τρα­γω­δία χωρίς αίμα

Ο Τερ­ζά­κης, βαθύς γνώ­στης του αρχαί­ου δρά­μα­τος, δεν επι­λέ­γει τυχαία το όνο­μα Ορέ­στης για τον γιο της οικο­γέ­νειας. Στον αρχαίο μύθο, ο Ορέ­στης στρέ­φε­ται ενα­ντί­ον της μητέ­ρας για να εκδι­κη­θεί τον φόνο του πατέ­ρα. Στο μυθι­στό­ρη­μα η σχέ­ση αντι­στρέ­φε­ται. Ο νεα­ρός Ορέ­στης εξι­δα­νι­κεύ­ει σχε­δόν την απού­σα μητέ­ρα και περι­φρο­νεί τον αδύ­να­μο πατέ­ρα. Αντί­θε­τα, η Σοφία μένει συναι­σθη­μα­τι­κά δεμέ­νη με τον πατέ­ρα και δεν συγ­χω­ρεί εύκο­λα τη γυναί­κα που εγκα­τέ­λει­ψε το σπί­τι τους.

Η αρχαία τρα­γω­δία μετα­φέ­ρε­ται έτσι από το ανά­κτο­ρο στο μικρο­α­στι­κό αθη­ναϊ­κό σπί­τι. Δεν υπάρ­χουν φόνοι και αιμα­τη­ρές εκδι­κή­σεις. Υπάρ­χουν, όμως, εγκα­τά­λει­ψη, στέ­ρη­ση, σιω­πη­λές ενο­χές και τραύ­μα­τα που περ­νούν από τους γονείς στα παι­διά. Οι άνθρω­ποι δεν κατα­στρέ­φο­νται με μια θεα­μα­τι­κή πρά­ξη· φθεί­ρο­νται αργά, μέσα στον χρόνο.

Η λεπτή ειρω­νεία του Τερζάκη

Ένα από τα μεγα­λύ­τε­ρα προ­τε­ρή­μα­τα του έργου είναι η από­στα­ση που κρα­τά ο αφη­γη­τής από τα πρό­σω­πά του. Ο Τερ­ζά­κης τα συμπο­νά, χωρίς να τα εξι­δα­νι­κεύ­ει. Ανα­γνω­ρί­ζει την ευγέ­νεια του Μελέ­τη Μαλ­βή, αλλά δεν απο­κρύ­πτει την αδυ­να­μία του. Κατα­λα­βαί­νει την ευαι­σθη­σία του Μαρού­κη, αλλά δεί­χνει και την ανα­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα, την καχυ­πο­ψία και τη σχε­δόν κωμι­κή προ­σκόλ­λη­σή του στις προ­κα­τα­λή­ψεις της μητέ­ρας του.

Η ειρω­νεία δεν είναι σαρ­κα­στι­κή. Γεν­νιέ­ται από την από­στα­ση ανά­με­σα σε αυτό που νομί­ζουν οι ήρω­ες ότι είναι και σε αυτό που απο­κα­λύ­πτουν με τις πρά­ξεις τους. Ο Μαρού­κης επι­θυ­μεί την αγά­πη, αλλά φοβά­ται να την εμπι­στευ­θεί. Ο Μαλ­βής ονει­ρεύ­ε­ται την ευτυ­χία, αλλά δεν δια­θέ­τει τη δύνα­μη να την υπε­ρα­σπι­στεί. Η Αθή­να υπό­σχε­ται τα πάντα, αλλά στο τέλος αφή­νει πίσω της ανθρώ­πους κου­ρα­σμέ­νους και μόνους.

Οι χαρα­κτή­ρες θυμί­ζουν κάπο­τε τα πρό­σω­πα του Τσέ­χοφ: μιλούν για μια δια­φο­ρε­τι­κή ζωή, αλλά παρα­μέ­νουν καθη­λω­μέ­νοι στη συνή­θεια και στην ανα­βο­λή. Ο Τερ­ζά­κης δεν τους κατα­δι­κά­ζει γι’ αυτό. Μοιά­ζει να γνω­ρί­ζει ότι η αδυ­να­μία δεν είναι πάντο­τε ηθι­κό ελάτ­τω­μα· μπο­ρεί να είναι το απο­τέ­λε­σμα μιας ολό­κλη­ρης ζωής φόβου, στέ­ρη­σης και απογοήτευσης.

Οι αρε­τές και οι αντο­χές του μυθιστορήματος

Η μεγά­λη αρε­τή της «Μενε­ξε­δέ­νιας Πολι­τεί­ας» βρί­σκε­ται στην ατμό­σφαι­ρά της. Οι δρό­μοι, τα αθη­ναϊ­κά δει­λι­νά, τα φτω­χι­κά σπί­τια και οι περί­πα­τοι των ηρώ­ων δεν απο­τε­λούν απλές περι­γρα­φές. Μετα­φέ­ρουν την ψυχι­κή τους κατά­στα­ση. Η πόλη αλλά­ζει χρώ­μα ανά­λο­γα με τα μάτια που την κοιτάζουν.

Η γλώσ­σα του Τερ­ζά­κη είναι φρο­ντι­σμέ­νη και συχνά λυρι­κή, χωρίς να εγκα­τα­λεί­πει τη ρεα­λι­στι­κή παρα­τή­ρη­ση. Η αφή­γη­ση κινεί­ται με υπο­μο­νή, δίνο­ντας χρό­νο στα πρό­σω­πα και στις εσω­τε­ρι­κές τους μετα­βο­λές. Αυτός ο αργός ρυθ­μός μπο­ρεί να ξενί­σει τον σημε­ρι­νό ανα­γνώ­στη, που έχει συνη­θί­σει σε πυκνό­τε­ρη δρά­ση. Σε ορι­σμέ­να σημεία η συναι­σθη­μα­τι­κή φόρ­τι­ση πλη­σιά­ζει το μελό­δρα­μα και κάποιοι δευ­τε­ρεύ­ο­ντες χαρα­κτή­ρες μοιά­ζουν περισ­σό­τε­ρο με φορείς μιας κοι­νω­νι­κής στά­σης παρά με ολο­κλη­ρω­μέ­νες προσωπικότητες.

Οι παρα­τη­ρή­σεις αυτές, όμως, δεν ακυ­ρώ­νουν τη δύνα­μη του έργου. Αντί­θε­τα, μας βοη­θούν να το δια­βά­σου­με μέσα στην επο­χή του. Η βρα­δύ­τη­τα είναι συχνά ο τρό­πος με τον οποίο ο συγ­γρα­φέ­ας κάνει αισθη­τή τη φθο­ρά: τίπο­τε δεν καταρ­ρέ­ει από­το­μα, όλα υπο­χω­ρούν λίγο λίγο.

Από το βιβλίο στη μικρή οθόνη

Η απή­χη­ση του μυθι­στο­ρή­μα­τος επι­βε­βαιώ­θη­κε και από την τηλε­ο­πτι­κή του μετα­φο­ρά. Το 1975 προ­βλή­θη­κε από το ΕΙΡΤ η ομώ­νυ­μη σει­ρά, σε σκη­νο­θε­σία Κώστα Φέρ­ρη και σενά­ριο – τηλε­ο­πτι­κή δια­σκευή Γιάν­νη Καν­δή­λα, με πρω­τα­γω­νι­στή τον Θάνο Κωτσό­που­λο. Για πολ­λούς Έλλη­νες η σει­ρά έγι­νε η πρώ­τη γνω­ρι­μία με την οικο­γέ­νεια Μαλ­βή και με τη μελαγ­χο­λι­κή Αθή­να του Τερζάκη.

Είχε προη­γη­θεί, το 1954, η «Νυχτε­ρι­νή περι­πέ­τεια», η μονα­δι­κή κινη­μα­το­γρα­φι­κή ται­νία που σκη­νο­θέ­τη­σε ο ίδιος ο συγ­γρα­φέ­ας και η οποία συνο­μι­λεί δημιουρ­γι­κά με τον κόσμο της «Μενε­ξε­δέ­νιας Πολι­τεί­ας», χωρίς να απο­τε­λεί απλή μετα­φο­ρά της.

Η Αθή­να που εξα­κο­λου­θεί να μας κοιτάζει

Σχε­δόν ενε­νή­ντα χρό­νια μετά την πρώ­τη έκδο­σή της, η «Μενε­ξε­δέ­νια Πολι­τεία» δεν δια­βά­ζε­ται μόνο ως ανα­πα­ρά­στα­ση μιας χαμέ­νης Αθή­νας. Δια­βά­ζε­ται ως βιβλίο για τη δύσκο­λη σχέ­ση του ανθρώ­που με την πόλη, με την οικο­γέ­νεια και με τα όνει­ρα της νεό­τη­τάς του.

Ο Τερ­ζά­κης δεν μας καλεί να επι­στρέ­ψου­με σε ένα εξι­δα­νι­κευ­μέ­νο παρελ­θόν. Η παλιά Αθή­να του δεν ήταν ένας παρά­δει­σος. Είχε φτώ­χεια, στε­νό­τη­τα, κοι­νω­νι­κές δια­κρί­σεις και ζωές εγκλω­βι­σμέ­νες στις προ­κα­τα­λή­ψεις. Εκεί­νο που φαί­νε­ται να θρη­νεί είναι η απώ­λεια της ανθρώ­πι­νης κλί­μα­κας και η από­στα­ση που μεγα­λώ­νει ανά­με­σα στον άνθρω­πο και στον χώρο όπου ζει.

Η «Μενε­ξε­δέ­νια Πολι­τεία» είναι τελι­κά ένα μυθι­στό­ρη­μα για όλα όσα μας υπό­σχε­ται μια πόλη και για το τίμη­μα που κάπο­τε ζητά. Κάτω από το όμορ­φο φως της Αθή­νας, ο Τερ­ζά­κης ανα­κα­λύ­πτει τις σιω­πη­λές ήττες των ανθρώ­πων της. Και ίσως γι’ αυτό το βιβλίο δια­τη­ρεί ακό­μη τη συγκί­νη­σή του: επει­δή μας θυμί­ζει ότι πίσω από κάθε φωτι­σμέ­νο παρά­θυ­ρο υπάρ­χει μια άγνω­στη ιστο­ρία και πίσω από κάθε μεγά­λη πόλη ένα πλή­θος μονα­χι­κών ανθρώ­πων που εξα­κο­λου­θούν να ονειρεύονται.

Ενδει­κτι­κή βιβλιο­γρα­φία και πηγές

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Η Λογο­τε­χνία σήμερα

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Τα σχόλια είναι κλειστά.