Μπάμπης Στέρτσος
«Το άρθρο αυτό αποτελεί συνέχεια της ανάλυσης “Η μάχη με τον καρκίνο είναι πολιτική υπόθεση”.»
Η συζήτηση για τον καρκίνο ως πολιτική υπόθεση αποκτά στην Ελλάδα ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς συναντά τα διαχρονικά όρια, τις αντοχές αλλά και τις αντιφάσεις του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Το ΕΣΥ, ένα σύστημα που γεννήθηκε με όραμα την καθολική πρόσβαση και την κοινωνική δικαιοσύνη, κλήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες να διαχειριστεί μια ριζική μεταβολή του ιατρικού τοπίου χωρίς την αντίστοιχη θεσμική και χρηματοδοτική προσαρμογή.
Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, η ογκολογία στην Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με αυξανόμενες ανάγκες, τόσο λόγω της γήρανσης του πληθυσμού όσο και λόγω της ίδιας της εξέλιξης της επιστήμης. Νέες θεραπείες, ακριβότερα φάρμακα και σύνθετες διαγνωστικές τεχνολογίες εντάχθηκαν σταδιακά στο σύστημα, χωρίς όμως να συνοδεύονται από μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό. Η χρηματοδότηση του ΕΣΥ παρέμεινε συχνά αποσπασματική, εξαρτώμενη από δημοσιονομικούς κύκλους και όχι από σταθερές ανάγκες δημόσιας υγείας.
Χρηματοδότηση υπό πίεση και χρόνια υποεπένδυση
Η περίοδος της οικονομικής κρίσης άφησε βαθύ αποτύπωμα στην ογκολογική φροντίδα. Οι περικοπές στις δημόσιες δαπάνες Υγείας περιόρισαν τις δυνατότητες του ΕΣΥ να επενδύσει σε σύγχρονες υποδομές, σε ανθρώπινο δυναμικό και σε καινοτόμες τεχνολογίες. Παρά τη σημαντική προσπάθεια των επαγγελματιών υγείας, τα δημόσια νοσοκομεία συχνά λειτούργησαν στα όρια των αντοχών τους, με ελλείψεις σε εξοπλισμό, καθυστερήσεις σε διαγνωστικές εξετάσεις και αυξημένο χρόνο αναμονής για θεραπείες.
Οι χρηματοδοτήσεις από ευρωπαϊκά προγράμματα και το Ταμείο Ανάκαμψης άνοιξαν τα τελευταία χρόνια ένα παράθυρο ευκαιρίας. Ωστόσο, η αξιοποίησή τους παραμένει άνιση και συχνά επικεντρώνεται στην αγορά εξοπλισμού χωρίς την παράλληλη ενίσχυση των δομών, της εκπαίδευσης και της διασύνδεσης των δεδομένων. Η τεχνολογία, χωρίς οργανωμένη ένταξη στο σύστημα, κινδυνεύει να λειτουργήσει ως αποσπασματικό εργαλείο και όχι ως μοχλός συνολικής αναβάθμισης.
Δημόσιος και ιδιωτικός τομέας: συνεργασία ή υποκατάσταση;
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο ιδιωτικός τομέας απέκτησε αυξανόμενο ρόλο στην ογκολογική περίθαλψη. Ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα, κλινικές και εργαστήρια καλύπτουν συχνά κενά του δημόσιου συστήματος, ιδιαίτερα σε προηγμένες διαγνωστικές εξετάσεις και ταχύτερη πρόσβαση σε θεραπείες. Η συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα παρουσιάστηκε ως λύση ανάγκης, αλλά στην πράξη λειτούργησε συχνά ως μηχανισμός υποκατάστασης και όχι συμπληρωματικότητας.
Για πολλούς ασθενείς, η πρόσβαση σε έγκαιρη διάγνωση και σύγχρονες θεραπείες εξαρτάται από την οικονομική τους δυνατότητα να απευθυνθούν στον ιδιωτικό τομέα. Το αποτέλεσμα είναι μια σιωπηρή διχοτόμηση της ογκολογικής φροντίδας, όπου το δημόσιο σύστημα καλείται να διαχειριστεί τον όγκο και τη χρονιότητα, ενώ ο ιδιωτικός τομέας αναλαμβάνει την ταχύτητα και την τεχνολογική αιχμή.
Το ΕΣΥ μπροστά στην πρόκληση της ιατρικής ακριβείας
Η είσοδος της ιατρικής ακριβείας, της γενετικής ανάλυσης και της Τεχνητής Νοημοσύνης θέτει το ΕΣΥ μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή. Χωρίς εθνική στρατηγική για τα βιολογικά δεδομένα, χωρίς δημόσια εργαστήρια αναφοράς και χωρίς διασύνδεση των ογκολογικών μονάδων, η καινοτομία κινδυνεύει να παραμείνει προνόμιο των ιδιωτικών δομών.
Η μέχρι σήμερα εμπειρία δείχνει ότι το ελληνικό σύστημα Υγείας αντιδρά συχνά εκ των υστέρων, ενσωματώνοντας τεχνολογίες μόνο όταν αυτές έχουν ήδη καθιερωθεί στην αγορά. Αυτή η πρακτική ενισχύει την εξάρτηση από εξωτερικούς παρόχους και περιορίζει τη δυνατότητα του κράτους να ασκήσει ουσιαστικό έλεγχο στο κόστος, στα δεδομένα και στην ποιότητα των υπηρεσιών.
Πολιτικές επιλογές και κοινωνικές συνέπειες
Το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά μόνο τη χρηματοδότηση, αλλά το μοντέλο Υγείας που επιλέγεται. Ένα σύστημα που στηρίζεται υπερβολικά στον ιδιωτικό τομέα κινδυνεύει να μετατρέψει την καινοτομία σε φίλτρο αποκλεισμού. Αντίθετα, ένα ισχυρό δημόσιο πλαίσιο μπορεί να αξιοποιήσει τις συνεργασίες χωρίς να εκχωρεί τον πυρήνα της φροντίδας και των δεδομένων.
Η εμπειρία του ΕΣΥ μέχρι σήμερα δείχνει ότι η μάχη με τον καρκίνο στην Ελλάδα δεν χάνεται λόγω έλλειψης επιστημονικής γνώσης, αλλά λόγω ασυνέχειας πολιτικών, υποχρηματοδότησης και απουσίας μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Η επιλογή ανάμεσα σε ένα δημόσιο σύστημα που εξελίσσεται και σε ένα σύστημα πολλών ταχυτήτων δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι βαθιά πολιτική απόφαση.
Η τεχνολογία μπορεί να λειτουργήσει ως ευκαιρία επανεκκίνησης ή ως καταλύτης ανισοτήτων. Το αν το ΕΣΥ θα παραμείνει πυλώνας καθολικής πρόσβασης ή θα περιοριστεί σε ρόλο βασικού δικτύου ασφαλείας θα κριθεί από τις επιλογές του παρόντος. Γιατί, και στην Ελλάδα, η μάχη με τον καρκίνο δεν είναι μόνο ιατρική. Είναι υπόθεση δημόσιας πολιτικής και κοινωνικής ευθύνης.
Βρείτε μας και στη σελίδα μας στο Facebook: Η Υγεία σήμερα Health today




