- Διαφήμιση -

Η νύχτα που έσβησαν για πάντα τα «κόκκινα φανάρια» της Τρούμπας

Η πιο κακόφημη συνοικία του Πειραιά που έγινε ταινίες και τραγούδια έπαψε να υπάρχει ένα φθινοπωρινό βράδυ

Ακό­μα και σήμε­ρα αν πας σε κάποιο παρα­δο­σια­κό καφε­νείο του Πει­ραιά και πετύ­χεις μεγά­λους σε ηλι­κία ανθρώ­πους, ντό­πιους, που ζουν πολ­λές δεκα­ε­τί­ες στο μεγα­λύ­τε­ρο λιμά­νι της χώρας, είναι δεδο­μέ­νο πως θ’ ακού­σεις πολ­λές ιστο­ρί­ες για την Τρούμπα.

Την κακό­φη­μη συνοι­κία που τρα­γου­δή­θη­κε και έγι­νε ται­νί­ες. Μυρω­διά χασι­σιού και αγο­ραί­ος έρω­τας. Μαχαι­ρώ­μα­τα. Τσα­μπου­κά­δες. Παρά­νο­μες λέσχες και ζάρια στην άκρη του πεζοδρομίου.

Γυναί­κες που που­λού­σαν τα κορ­μιά τους και αδί­στα­κτοι ντα­βα­τζή­δες που τρά­βα­γαν φαλ­τσέ­τα απλά και μόνο επει­δή πέρα­σες από δίπλα τους και τόλ­μη­σες να τους κοι­τά­ξεις. «Η πιο ζόρι­κη δια­δρο­μή, για τους ανυ­πο­ψί­α­στους», όπως έγρα­φε ο Διο­νύ­σης Χαρι­τό­που­λος στον πρό­λο­γο του βιβλί­ου του «Τη νύχτα που έφυ­γε ο Μπού­κο­βι», θέλο­ντας να περι­γρά­ψει το τι περί­με­νε κάποιον όταν περ­πα­τού­σε «στις σκλη­ρές γει­το­νιές Τρού­μπα, Δρα­πε­τσώ­να, Ταμπού­ρια, Καμί­νια, Κοκ­κι­νιά, Πέρα­μα και τα άγρια Μανιά­τι­κα σφη­νω­μέ­να ανά­με­σα σε βρά­χια και λασπόνερα».

Ή όπως έγρα­φε η Σπε­ράν­τζα Βρα­νά στο βιβλίο της «η Τρού­μπα», με μια πιο «παρα­μυ­θέ­νια» γρα­φή: «Μια φορά κι έναν και­ρό σ’ ένα από τα πιο όμορ­φα λιμά­νια της Μεσο­γεί­ου, τον Πει­ραιά, υπήρ­χε μια συνοι­κία, που ήταν το καμά­ρι του και η… ντρο­πή του».

Φτώ­χεια αλλά και μπέ­σα. Ανέ­χεια αλλά και αξιο­πρέ­πεια. Μέσα σε χρό­νια δύσκο­λα. Όλα αυτά στα­μά­τη­σαν μέσα σε μια νύχτα. Όταν τα περι­βό­η­τα «κόκ­κι­να φανά­ρια» έσβη­σαν για πάντα, τα μεσά­νυ­χτα της 12ης Σεπτεμ­βρί­ου του 1967, με από­φα­ση της Χούντας.

Οι «χρυσές ημέρες» της Τρούμπας

Υπάρ­χει κάτι το οξύ­μω­ρο στην ιστο­ρία αυτής της άγριας συνοι­κί­ας. Αυτό το οξύ­μω­ρο που το περι­γρά­φει άψο­γα η Σπε­ράν­τζα Βρα­νά στο ομώ­νυ­μο βιβλίο της. Η Τρού­μπα άρχι­σε να «μεγα­λώ­νει» στα­δια­κά από το 1937 και έπει­τα. Αυτό που σήμε­ρα γνω­ρί­ζου­με (μέσα από διη­γή­σεις, βιβλία, τρα­γού­δια και ται­νί­ες) δια­μορ­φώ­θη­κε από το 1944 και έπει­τα, για να γιγα­ντω­θεί στα μέσα της δεκα­ε­τί­ας του 1950 και τελι­κά να «σβή­σει» το 1967.

Αλλά ας πάρου­με τα πράγ­μα­τα από την αρχή. Πριν την Τρού­μπα υπήρ­χαν τα Βούρ­λα της Δρα­πε­τσώ­νας. Σε εκεί­νη την περιο­χή λει­τούρ­γη­σε το 1852 το πρώ­το «σπί­τι». Η ανά­γκη προ­ήλ­θε μετά τον απο­κλει­σμό του Πει­ραιά από τους Άγγλους και αφο­ρού­σε όπως εύκο­λα γίνε­ται αντι­λη­πτό την… «εξυ­πη­ρέ­τη­ση» των στρα­τιω­τών και των πλη­ρω­μά­των των ξένων στό­λων. Μέσα στα επό­με­να χρό­νια στην περιο­χή άρχι­σαν ν’ ανοί­γουν κι άλλα «σπί­τια» αλλά το πλή­ρω­μα του χρό­νου ήρθε το 1937. Τα σπί­τια κλεί­νουν με από­φα­ση της Μετα­ξι­κής δικτα­το­ρί­ας με σκο­πό την κατα­πο­λέ­μη­ση της… «ασω­τεί­ας».

Πρά­ξη άκρως υπο­κρι­τι­κή διό­τι την αμέ­σως επό­με­νη ημέ­ρα οι γυναί­κες που δού­λευαν εκεί μετα­φέρ­θη­καν σε άλλα «σπί­τια», μόλις μερι­κά χιλιό­με­τρα ανα­το­λι­κό­τε­ρα. Στην Τρού­μπα. Για τους αμύ­η­τους είναι η περιο­χή στο δυτι­κό κομ­μά­τι της Τερ­ψι­θέ­ας. Κέντρο της θεω­ρού­ταν η οδός Νοτα­ρά και «βοη­θη­τι­κοί δρό­μοι» η Φίλω­νος και η Κολοκοτρώνη.

Το όνο­μά της, σύμ­φω­να με όσα έχουν μετα­φερ­θεί μέσα στα χρό­νια από στό­μα σε στό­μα, προ­έ­κυ­ψε από μια…  μεγά­λη τρό­μπα νερού που ήταν τοπο­θε­τη­μέ­νη σε μια στέρ­να στη δια­σταύ­ρω­ση της σημε­ρι­νής λεω­φό­ρου 2ας Μεραρ­χί­ας με την παρα­λια­κή, από την οποία αντλού­σαν νερό τα τότε ατμό­πλοια του λιμανιού!

Η Τρού­μπα, λοι­πόν, κυρί­ως μετά τον Β’ Παγκό­σμιο Πόλε­μο, άρχι­σε να γεμί­ζει με «κόκ­κι­να φανά­ρια». Είναι ενδει­κτι­κό πως σύμ­φω­να με επί­ση­μα στοι­χεία στα μέσα της δεκα­ε­τί­ας του 1950 τα «σπί­τια» είχαν περί­που 500 δηλω­μέ­νες γυναί­κες κάθε ηλικίας!

Το «Τζων Μπουλ», το «Μπλακ Κατ», «το Λίμπερ­τυ Μπαρ», το «Αρζε­ντί­να», το «Κιτ Κατ», το «Σαν­γκάι», το «Μοκά­μπο», το «Που­έρ­το Ρίκο», το «Μιλά­νο» καθώς και το «45 Γιάν­νη­δες», ήταν μερι­κά από τα νυχτε­ρι­νά κέντρα. Πολ­λά ξενο­δο­χεία, όπως το «Λουξ», το «Μαξίμ», το «Αλε­ξάν­δρεια», το «Παρά­δει­σος» και το «Αίγυ­πτος». Υπήρ­χαν, ωστό­σο, και τρεις κινη­μα­το­γρά­φοι («Φως», «Ηλύ­σια» και «Ολύ­μπικ»), που προ­έ­βα­λαν από το πρωί μέχρι αργά το βρά­δυ σε καθη­με­ρι­νή βάση ται­νί­ες ακα­τάλ­λη­λου για ανη­λί­κους περιεχομένου.

«Με έπιασε Αμερικανάκι…»

Φόνοι. Άγριοι ξυλο­δαρ­μοί. Ανε­λέ­η­τος τζό­γος. Αλλά και ανεκ­πλή­ρω­τοι έρω­τες, πονε­μέ­νες ιστο­ρί­ες και όνει­ρα που ποτέ δεν εκπλη­ρώ­θη­καν. Αυτή ήταν η καθη­με­ρι­νό­τη­τα στην Τρούμπα.

Προ­κει­μέ­νου να δια­τα­ρα­χθεί αυτή η καθη­με­ρι­νό­τη­τα υπήρ­χε ένας και μόνο λόγος. Να φτά­σει στο λιμά­νι ο αμε­ρι­κά­νι­κος στό­λος! «Καλώς ήρθε το δολά­ριο», δηλαδή.

Όσες μέρες παρέ­με­ναν στο λιμά­νι τα αμε­ρι­κά­νι­κα πολε­μι­κά πλοία, η Τρού­μπα «πλημ­μύ­ρι­ζε» από ναύ­τες. Αυτή η ευκαι­ρία δεν πήγαι­νε χαμέ­νη. Η τιμή του αγο­ραί­ου έρω­τα (στην καλύ­τε­ρη για τα… ανυ­πο­ψί­α­στα ναυ­τά­κια) διπλα­σια­ζό­ταν από τις 27 δραχ­μές στις 55! Σε πολ­λές περι­πτώ­σεις, ωστό­σο, η τιμή εκτο­ξευό­ταν στο τρι­πλά­σιο ή και τετραπλάσιο.

Πέρα από αυτό, ωστό­σο, υπήρ­χαν και τα διά­φο­ρα κόλ­πα που χρη­σι­μο­ποιού­σαν οι γυναί­κες για ν’ αδειά­ζουν τα πορ­το­φό­λια τους. Το πιο συνη­θι­σμέ­νο ήταν εκεί­νο που χρη­σι­μο­ποιού­σαν οι κοπέ­λες στα μπαρ που τους έκα­ναν να… χύνουν «κατά λάθος» τα ποτά τους, προ­κει­μέ­νου να αγο­ρά­ζουν άλλα και έτσι να κατα­γρά­φο­νται δεκά­δες ιστο­ρί­ες σύμ­φω­να με τις οποί­ες πολ­λοί ναύ­τες «ακου­μπού­σαν» ακό­μα και ολό­κλη­ρο το μισθό τους σε μπαρ, ξενο­δο­χεία και «σπί­τια»! Και κάπως έτσι βγή­κε και η γνω­στή σε όλους έκφρα­ση: «με έπια­σε Αμερικανάκι…»!

Όπως είναι εύκο­λα κατα­νοη­τό, πάντως,  οι συν­θή­κες εργα­σί­ας για τις γυναί­κες ήταν εντε­λώς απάν­θρω­πες. Ήταν ανα­γκα­σμέ­νες να συνευ­ρί­σκο­νται ακό­μα και με 50 άνδρες μέσα στο 12ωρο (10 το πρωί με 10 το βρά­δυ). Όσες δεν υπά­κουαν στις εντο­λές των ντα­βα­τζή­δων ξυλο­κο­πού­νταν άγρια προ­κει­μέ­νου την επό­με­νη φορά να μην φέρ­νουν αντιρρήσεις.

Η νύχτα που έσβησαν τα «κόκκινα φανάρια»

Όλα αυτά κρά­τη­σαν μέχρι τα μεσά­νυ­χτα της 12ης Σεπτεμ­βρί­ου του 1967. Εκεί­νη την ημέ­ρα, εκεί­νη την ώρα έλη­γε η προ­θε­σμία που είχαν όλοι στην Τρού­μπα να εγκα­τα­λεί­ψουν την περιο­χή. Είναι εκεί­νη η δρα­μα­τι­κή ώρα που τόσο γλα­φυ­ρά απο­τυ­πώ­νε­ται στο τέλος της εμβλη­μα­τι­κής ται­νί­ας «τα κόκ­κι­να φανά­ρια» σε σκη­νο­θε­σία Βασί­λη Γεωργιάδη!

Η ται­νία αυτή (παρα­γω­γής 1963) που έφτα­σε να διεκ­δι­κεί μέχρι και Όσκαρ στην 36η τελε­τή απο­νο­μής το 1964, απο­δεί­χθη­κε προ­φη­τι­κή καθώς στο τέλος της περι­γρά­φει κάτι που θα γινό­ταν στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τρία χρό­νια αργότερα.

Μόλις πέντε μήνες μετά την επι­βο­λή της δικτα­το­ρί­ας ο χου­ντι­κός Δήμαρ­χος Πει­ραιά, Αρι­στεί­δης Σκυ­λί­τσης, απο­φα­σί­ζει να «καθα­ρί­σει» την Τρού­μπα και δίνει εντο­λή να αδειά­σουν «σπί­τια», μπαρ και ξενοδοχεία.

Το Συμ­βού­λιο Ασφα­λεί­ας, ένα όργα­νο που λει­τούρ­γη­σε επί χού­ντας και απαρ­τι­ζό­ταν από τον διο­ρι­σμέ­νο νομάρ­χη, εισαγ­γε­λέα, Πρό­ε­δρο Πρω­το­δι­κών, έναν εκπρό­σω­πο του στρα­τιω­τι­κού διοι­κη­τή, από τον διοι­κη­τή του Τμή­μα­τος Ηθών και από τον Διευ­θυ­ντή της Αστυ­νο­μί­ας, έδω­σε προ­θε­σμία τριών ημε­ρών στους οίκους ανο­χής να κλεί­σουν. Η προ­θε­σμία εξέ­πνεε ακρι­βώς τα μεσά­νυ­χτα της 12ης Σεπτεμβρίου.

Η Χού­ντα δια­τει­νό­ταν πως αυτό έγι­νε προ­κει­μέ­νου να… προ­στα­τεύ­σει τα «ελλη­νο­χρι­στια­νι­κά ιδε­ώ­δη». Η αλή­θεια, ωστό­σο, είναι πως το «καθά­ρι­σμα» της Τρού­μπας ήταν απαί­τη­ση ξένων και ντό­πιων μεγά­λων ναυ­τι­λια­κών και εφο­πλι­στι­κών εται­ρειών που εγκα­τα­στά­θη­καν στην περιο­χή εκεί­νη την περίοδο.

Το σπί­τι που γυρί­στη­καν τα Κόκ­κι­να Φανά­ρια, όπως είναι σήμερα

Σε κάθε περί­πτω­ση, εκεί­νο το βρά­δυ, όπως προ­φη­τι­κά απο­τυ­πώ­νει και η ται­νία του Γεωρ­γιά­δη, κάποιες γυναί­κες απο­φά­σι­σαν ν’ αλλά­ξουν ζωή, κάποιες άλλες ακο­λού­θη­σαν τους ντα­βα­τζή­δες τους σε άλλες περιο­χές και νέα «σπί­τια» (εκεί που, μάλ­λον, δεν χρεια­ζό­ταν η… προ­στα­σία των ελλη­νο­χρι­στια­νι­κών ιδε­ω­δών) ενώ μάγκες, τζο­γα­δό­ροι και χασι­σο­πό­τες βρή­καν άλλα στέ­κια προς το κέντρο της Αθή­νας. Η Τρού­μπα άδεια­σε και ο Μπα­για­ντέ­ρας τρα­γού­δη­σε: «Η Τρού­μπα τώρα έρη­μη, χωρίς παλι­κα­ρά­κια, οι δρό­μοι της ρημά­ξα­νε, χαθή­καν τα βλαμάκια».

 

 

 

Πηγή newsbeast.gr
- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
Αφήστε μια απάντηση

Σημείωση πριν τη φόρμα σχολίων

Σημείωση μετά ΄τη φόρμα σχολίων