Μπάμπης Στέρτσος
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Εκεί που δεν κοιτάμε
Η πόλη δεν είναι πέτρες και δρόμοι. Η πόλη είναι φωνές.
Κάποιες ακούγονται δυνατά, άλλες χαμηλά, κι άλλες δεν ακούγονται καθόλου. Όχι γιατί δεν υπάρχουν, αλλά γιατί μάθαμε να περπατάμε χωρίς να τις ακούμε. Η Αθήνα είναι γεμάτη τέτοιες φωνές. Σπασμένες, κουρασμένες, επίμονες. Φωνές που ζουν δίπλα μας, κάτω από μας, ανάμεσά μας.
Αυτές οι γραμμές είναι μια προσπάθεια να τις αφήσουμε να μιλήσουν. Όχι όλες μαζί. Μία μία. Όπως μιλούν τη νύχτα, όταν δεν τις διακόπτει κανείς.
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Δεν υπάρχει μία ιστορία αστέγου. Υπάρχουν εκατοντάδες. Και καμία δεν μοιάζει με την άλλη. Αυτό που τις ενώνει δεν είναι η φτώχεια. Είναι η μη ορατότητα
Οι χαρακτήρες που ακολουθούν είναι μυθοπλαστικοί. Όμως οι φωνές τους είναι αληθινές. Τις άκουσα σε παγκάκια, σε ουρές συσσιτίων, σε σκοτεινά στενά, σε βλέμματα που απέφευγαν το δικό μου. Δεν γράφω για να εξηγήσω. Γράφω για να σταθώ δίπλα.
Αν κάτι ζητώ από τον αναγνώστη, είναι να μη βιαστεί να καταλάβει. Μόνο να ακούσει.
Μιχάλης – «Δεν γεννήθηκα έτσι»
Δεν γεννήθηκα άστεγος.
Κανείς δεν γεννιέται.
Το λέω συχνά αυτό, όχι στους άλλους – σε μένα το λέω. Για να μην ξεχνάω. Για να μην πιστέψω πως αυτό που έγινα ήταν προδιαγεγραμμένο. Είχα ζωή. Κανονική. Δουλειά, ευθύνη, ανθρώπους που με χρειάζονταν. Είχα όνομα.
Τώρα έχω ένα παγκάκι. Σχεδόν το αγαπώ. Είναι το μόνο πράγμα που με περιμένει κάθε μέρα στο ίδιο σημείο. Οι άνθρωποι αλλάζουν, οι εποχές αλλάζουν, οι υποσχέσεις εξαφανίζονται. Το παγκάκι μένει.
Στην αρχή θύμωνα. Με τον εαυτό μου. Με τους άλλους. Με τον Θεό, αν υπάρχει. Μετά ήρθε η ντροπή. Αυτή είναι η χειρότερη. Όχι η πείνα. Όχι το κρύο. Η ντροπή όταν καταλαβαίνεις ότι σε κοιτούν σαν να είσαι προειδοποίηση. «Να τι μπορεί να σου συμβεί».
Δεν ζητάω. Όχι γιατί είμαι περήφανος. Αλλά γιατί φοβάμαι το βλέμμα. Το βλέμμα που περνάει από πάνω σου, σε μετράει και σε απορρίπτει μέσα σε μισό δευτερόλεπτο. Εκεί, σε εκείνο το μισό δευτερόλεπτο, γίνεσαι αόρατος.
Δημήτρης – «Δεν θέλω να πεθάνω, θέλω να σωπάσω»
Με λένε Δημήτρη. Είμαι είκοσι τρία, αλλά μην το πεις δυνατά. Δεν φαίνεται. Το σώμα μου έφυγε μπροστά. Έτρεξε πιο γρήγορα από τη ζωή μου και κουράστηκε.
Το σίσα δεν είναι αυτό που νομίζετε. Δεν είναι απόλαυση. Είναι κουμπί. Πατάς και για λίγο σταματάς να νιώθεις. Δεν σκέφτεσαι τη μάνα σου που δεν σηκώνει το τηλέφωνο. Δεν σκέφτεσαι το σπίτι που δεν έχεις. Δεν σκέφτεσαι ότι κάποτε ήθελες να γίνεις κάτι.
Ξέρω πότε με κοιτάνε με φόβο. Ξέρω πότε με κοιτάνε με αηδία. Το χειρότερο είναι όταν δεν με κοιτάνε καθόλου. Τότε καταλαβαίνω ότι έχασα. Όχι τη μάχη με τα ναρκωτικά. Τη μάχη να υπάρχω.
Ο Μιχάλης μου μιλάει. Όχι πολύ. Δεν χρειάζεται. Δεν με ρωτάει γιατί. Αυτό με σώζει λίγο. Δεν θέλω σωτηρία. Θέλω χρόνο. Αλλά ο χρόνος εδώ κάτω τρέχει αλλιώς.
Στέλλα – «Τη μέρα δεν υπάρχω»
Τη νύχτα με φωνάζουν με όνομα. Τη μέρα δεν υπάρχω.
Η μέρα είναι σκληρή. Σε βλέπει καθαρά. Η νύχτα συγχωρεί. Κρύβει τις ρυτίδες, τις τύψεις, τις αποφάσεις που πήγαν στραβά. Δεν ήθελα αυτή τη ζωή. Κανείς δεν θέλει. Αλλά κάποια στιγμή σταματάς να ρωτάς «πώς έφτασα εδώ» και αρχίζεις να ρωτάς «πώς θα αντέξω σήμερα».
Στα στενά του Μεταξουργείου όλοι ξέρουμε ο ένας τον άλλον. Όχι με ονόματα. Με βλέμματα. Με σιωπές. Με συμφωνίες που δεν γράφονται πουθενά. Ο Μιχάλης περνάει καμιά φορά. Δεν με κοιτάει όπως οι άλλοι. Με κοιτάει σαν άνθρωπο. Αυτό είναι επικίνδυνο. Μπορεί να σου θυμίσει ποια ήσουν.
Κάποιες νύχτες σκέφτομαι ότι αν είχα μια ευκαιρία… Μετά γελάω. Οι ευκαιρίες εδώ κάτω δεν περιμένουν. Αν δεν τις πιάσεις την ώρα που περνούν, χάθηκαν. Κι εμείς έχουμε μάθει να κοιτάμε το πάτωμα
Λάμπρος – Η αργή κατάρρευση
Ο Λάμπρος δεν θυμόταν πότε ακριβώς άρχισε να πίνει. Θυμόταν όμως πότε σταμάτησε να μετράει τις μέρες. Στην αρχή έλεγε «ένα ποτό το βράδυ», μετά «δύο για να κοιμηθώ», ύστερα δεν υπήρχαν πια αριθμοί. Υπήρχε μόνο το βάρος στο στήθος και η ανάγκη να το κάνει να σωπάσει.
Είχε υπάρξει μαγαζάτορας. Όχι σπουδαίος, αλλά τίμιος. Ένα μικρό συνεργείο στην Πειραιώς, με τα χέρια του μόνιμα λερωμένα και το κεφάλι του γεμάτο σχέδια. Όταν ήρθε η κρίση, δεν έκλεισε απότομα. Ξεφούσκωσε. Λίγος κόσμος, λίγα λεφτά, περισσότερες οφειλές. Κάθε μέρα έλεγε «θα κρατήσω λίγο ακόμα». Μέχρι που ένα πρωί σήκωσε το ρολό και κατάλαβε πως δεν είχε πια λόγο να το ξανακατεβάσει.
Το ποτό ήρθε μετά. Όχι σαν λύση, αλλά σαν καθυστέρηση. Να μη σκεφτεί. Να μη θυμηθεί το σπίτι που άδειασε, τη γυναίκα που κουράστηκε να περιμένει, τον εαυτό του που δεν αναγνώριζε πια στον καθρέφτη. Όταν βρέθηκε στον δρόμο, δεν τρόμαξε. Είχε προετοιμαστεί καιρό μέσα του.
Με τον Μιχάλη μιλούσαν λίγο. Καθόντουσαν δίπλα δίπλα, κοιτούσαν την κίνηση. Ο Λάμπρος εκτιμούσε αυτή τη σιωπή. Δεν τον ρωτούσε «πώς έφτασες εδώ». Ήξερε. Όλοι ήξεραν. Άλλοτε από επιλογές, άλλοτε από ατυχία, κι άλλοτε απλώς επειδή δεν βρέθηκε κανείς να τους κρατήσει όρθιους την ώρα που έπρεπε.
Τις νύχτες, όταν το ποτό έπεφτε λίγο, ο Λάμπρος ένιωθε τον φόβο να ανεβαίνει. Όχι φόβο θανάτου. Φόβο ότι αυτή ήταν πια η ζωή του. Κι αυτός ο φόβος ήταν πιο δυνατός από κάθε εξάρτηση.
Ο άνθρωπος στο αυτοκίνητο – Τρεις ζωές σε τέσσερις ρόδες
Το αυτοκίνητο μύριζε κλεισούρα, βενζίνη και φάρμακα. Ο Γιώργος είχε μάθει να κινείται προσεκτικά μέσα του, σαν να ήταν εύθραυστο. Στο πίσω κάθισμα κοιμόντουσαν οι γονείς του, κουκουλωμένοι με κουβέρτες που είχαν καλύτερες μέρες. Δεν παραπονιόντουσαν. Αυτό ήταν το πιο βαρύ.
Η έξωση ήρθε γρήγορα. Ένα χαρτί στην πόρτα, λίγες μέρες διορία, πολλές υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν. Στην αρχή φιλοξενήθηκαν. Μετά άρχισαν τα «δεν γίνεται άλλο». Έτσι κατέληξαν στο αυτοκίνητο. Όχι από επιλογή. Από εξάντληση όλων των άλλων.
Ο Γιώργος ξυριζόταν κάθε πρωί. Έπρεπε να δείχνει «κανονικός». Η κανονικότητα ήταν το τελευταίο του όπλο. Έψαχνε δουλειά από μικρές αγγελίες, έπιανε μεροκάματα, έφερνε φαγητό. Τα βράδια, όταν όλα ησύχαζαν, καθόταν στη θέση του οδηγού και σκεφτόταν πόσο εύθραυστη είναι η γραμμή ανάμεσα στο «έχω» και στο «δεν έχω».
Όταν βγήκε στην τηλεόραση, ένιωσε γυμνός. Όχι επειδή μίλησε, αλλά επειδή ήξερε πως μετά το τέλος της εκπομπής, κανείς δεν θα ήταν εκεί. Τα φώτα θα έσβηναν και το αυτοκίνητο θα παρέμενε σπίτι. Προσωρινό, αλλά αναγκαίο.
Δημήτρης – Η ηλικία που χάθηκε
Ο Δημήτρης θυμόταν ακόμα τη μέρα που δοκίμασε για πρώτη φορά. Δεν ήταν περιέργεια. Ήταν κούραση. Από το σπίτι, από τις φωνές, από το τίποτα που τον περίμενε. Το σώμα του συνήθισε γρήγορα. Η ψυχή του ακόμα πιο γρήγορα.
Στον δρόμο έμαθε να διαβάζει βλέμματα. Να καταλαβαίνει πότε είναι ανεπιθύμητος, πότε επικίνδυνος, πότε απλώς αόρατος. Το τελευταίο πονούσε περισσότερο. Όταν δεν σε φοβούνται καν, όταν περνάς σαν σκιά.
Ο Μιχάλης του μιλούσε για υπομονή. Ο Δημήτρης δεν ήξερε αν είχε άλλο απόθεμα. Υπήρχαν μέρες που ήθελε να φύγει. Όχι να πεθάνει. Να εξαφανιστεί. Να μην τον ψάξει κανείς.
Κι όμως, κάποιες φορές, όταν καθόταν μαζί τους και άκουγε ιστορίες παλιές, ένιωθε κάτι να κινείται μέσα του. Μια αχνή επιθυμία να μην τελειώσει έτσι. Δεν ήξερε πώς. Αλλά ίσως το «πώς» να ερχόταν μετά.
Στέλλα – Όσα δεν λέγονται τη μέρα
Η Στέλλα περπατούσε τη μέρα σκυφτή. Σαν να ήθελε να μικρύνει. Τη νύχτα ψήλωνε. Έβαφε τα χείλη της, ίσιωνε την πλάτη της, έπαιρνε το βλέμμα που της αναλογούσε. Όχι αγάπη. Προσοχή.
Δεν μιλούσε για το πριν. Το πριν πονούσε. Υπήρχε παιδί, υπήρχε σπίτι, υπήρχαν λάθη. Υπήρχε και μια στιγμή που κανείς δεν τη βοήθησε όταν έπρεπε. Από τότε έμαθε να βοηθά μόνη της τον εαυτό της, με όποιο κόστος.
Ο Μιχάλης την άκουγε. Δεν έκανε ερωτήσεις. Αυτό ήταν ανακουφιστικό. Η Στέλλα δεν ζητούσε σωτηρία. Ζητούσε να μην την κρίνουν. Και αυτό, στον κόσμο τους, ήταν σπάνιο.
Εκείνοι που μένουν όρθιοι
Δεν ήταν ήρωες. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που έλεγαν.
«Μην μας λες έτσι», επέμενε η Άννα, εθελόντρια σε ένα κινητό ιατρείο που έβγαινε τα βράδια. «Κάνουμε ό,τι μπορούμε. Τίποτα παραπάνω».
Ο Μιχάλης τους παρατηρούσε. Τον τρόπο που έσκυβαν χωρίς βιασύνη, που άγγιζαν χωρίς φόβο, που μιλούσαν χωρίς ανωτερότητα. Είχαν μάθει κάτι που οι περισσότεροι αγνοούσαν: ότι η βοήθεια δεν είναι πράξη δύναμης, αλλά ισορροπίας. Ένα βήμα λάθος, και γίνεσαι είτε σωτήρας είτε αδιάφορος.
Οι γιατροί έβλεπαν πληγές που δεν φαίνονταν στις εξετάσεις. Κατάθλιψη, παραίτηση, θυμό παγωμένο. Κάποιοι γύριζαν. Κάποιοι χάνονταν. Κανείς δεν κρατούσε στατιστική. Μόνο ονόματα. Όσα πρόλαβαν.
Ο Δημήτρης μια νύχτα δεν ήρθε. Τον έψαξαν. Τον βρήκαν ζωντανό, αλλά χαμένο. Η Στέλλα έμεινε σιωπηλή για μέρες. Ο Λάμπρος ήπιε περισσότερο. Όχι από αδιαφορία. Από φόβο. Όταν χάνεται ένας, όλοι ραγίζουν λίγο.
Κι όμως, την επόμενη νύχτα, το βαν ξαναβγήκε. Γιατί αν σταματούσαν, θα παραδέχονταν ότι η πόλη νίκησε.
Η στιγμή που όλα κρέμονται
Η σύγκρουση δεν ήρθε με φωνές. Ήρθε με σιωπή.
Ένα πρωί ο Μιχάλης δεν βρήκε τον Λάμπρο στο παγκάκι. Το ποτήρι του ήταν εκεί, άδειο. Κάθισε δίπλα. Περίμενε. Κάτι μέσα του ήξερε. Όταν τον βρήκαν αργότερα, δεν υπήρχαν λόγια. Μόνο εκείνο το βάρος στο στήθος που δεν φεύγει.
Ο Δημήτρης έκλαψε. Όχι δυνατά. Σαν παιδί που ντρέπεται. Η Στέλλα έφυγε από το στενό και δεν γύρισε για μέρες. Ο Γιώργος έσφιξε το τιμόνι και σκέφτηκε πως αν χαθεί κι άλλος, ίσως να είναι ο επόμενος.
Η απώλεια έκανε κάτι περίεργο. Δεν τους διέλυσε. Τους έδεσε. Όχι με ελπίδα. Με επίγνωση. Ότι κανείς δεν είναι δεδομένος. Ότι κάθε μέρα που περνά χωρίς να χαθείς, είναι μικρή νίκη.
Ο Μιχάλης μίλησε εκείνο το βράδυ. Όχι πολύ. «Αν φύγουμε κι εμείς», είπε, «θα είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ». Κανείς δεν απάντησε. Αλλά έμειναν.
Η αργή επιστροφή στο φως
Τίποτα δεν αλλάζει απότομα. Αυτό είναι το ψέμα που λέμε για να παρηγορηθούμε.
Ο Δημήτρης μπήκε σε πρόγραμμα. Όχι επειδή πίστεψε απόλυτα. Επειδή κουράστηκε να χάνει. Υπήρχαν μέρες που ήθελε να φύγει. Υπήρχαν όμως κι άλλες που γελούσε. Αυτό αρκούσε για αρχή.
Η Στέλλα βρήκε δουλειά πρωινή. Όχι καλή. Όχι εύκολη. Αλλά καθαρή. Τα βράδια ακόμα την κυνηγούσαν σκιές. Όμως τώρα είχε πού να επιστρέψει.
Ο Γιώργος βρήκε σπίτι μικρό. Οι γονείς του κοιμήθηκαν σε κανονικό κρεβάτι μετά από μήνες. Έκλαψαν χωρίς να μιλήσουν. Ο Μιχάλης τους επισκέφτηκε. Δεν ήθελε να φύγει. Δεν ήθελε να μείνει. Για πρώτη φορά ένιωθε και τα δύο.
Κάθε τόσο, περπατούσε ακόμα στην Ομόνοια. Όχι από ανάγκη. Από μνήμη.
Να τους δούμε
Οι αόρατοι άνθρωποι της πόλης δεν είναι μια κατηγορία. Είναι πολλοί. Διαφορετικοί. Με ιστορίες που δεν χωρούν σε λέξεις όπως «άστεγος», «εξαρτημένος», «περιθωριακός». Αυτές είναι ταμπέλες για να μην σκύβουμε.
Όλοι τους, όμως, κουβαλούν το ίδιο αίτημα: να τους δούμε χωρίς να τους μειώσουμε, να τους ακούσουμε χωρίς να τους σώσουμε, να σταθούμε χωρίς να προσπεράσουμε.
Η πόλη δεν αλλάζει με μεγάλα σχέδια. Αλλάζει όταν ένας άνθρωπος βλέπει έναν άλλον και δεν γυρίζει το κεφάλι. Όταν η καλημέρα δεν είναι τυπική. Όταν το βλέμμα μένει μισό δευτερόλεπτο παραπάνω.
Ίσως τότε, οι αόρατοι άνθρωποι πάψουν να είναι αόρατοι. Κι ίσως τότε, η πόλη να γίνει ξανά ανθρώπινη.
Βρείτε μας και στη σελίδα μας στο Facebook: Η Λογοτεχνία σήμερα



