- Διαφήμιση -

- Διαφήμιση -

Οι αόρατοι άνθρωποι.

 

 

Μπά­μπης Στέρτσος

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Εκεί που δεν κοιτάμε

Η πόλη δεν είναι πέτρες και δρό­μοι. Η πόλη είναι φωνές.

Κάποιες ακού­γο­νται δυνα­τά, άλλες χαμη­λά, κι άλλες δεν ακού­γο­νται καθό­λου. Όχι για­τί δεν υπάρ­χουν, αλλά για­τί μάθα­με να περ­πα­τά­με χωρίς να τις ακού­με. Η Αθή­να είναι γεμά­τη τέτοιες φωνές. Σπα­σμέ­νες, κου­ρα­σμέ­νες, επί­μο­νες. Φωνές που ζουν δίπλα μας, κάτω από μας, ανά­με­σά μας.

Αυτές οι γραμ­μές είναι μια προ­σπά­θεια να τις αφή­σου­με να μιλή­σουν. Όχι όλες μαζί. Μία μία. Όπως μιλούν τη νύχτα, όταν δεν τις δια­κό­πτει κανείς.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Δεν υπάρ­χει μία ιστο­ρία αστέ­γου. Υπάρ­χουν εκα­το­ντά­δες. Και καμία δεν μοιά­ζει με την άλλη. Αυτό που τις ενώ­νει δεν είναι η φτώ­χεια. Είναι η μη ορατότητα

Οι χαρα­κτή­ρες που ακο­λου­θούν είναι μυθο­πλα­στι­κοί. Όμως οι φωνές τους είναι αλη­θι­νές. Τις άκου­σα σε παγκά­κια, σε ουρές συσ­σι­τί­ων, σε σκο­τει­νά στε­νά, σε βλέμ­μα­τα που απέ­φευ­γαν το δικό μου. Δεν γρά­φω για να εξη­γή­σω. Γρά­φω για να στα­θώ δίπλα.

Αν κάτι ζητώ από τον ανα­γνώ­στη, είναι να μη βια­στεί να κατα­λά­βει. Μόνο να ακούσει.

Μιχά­λης – «Δεν γεν­νή­θη­κα έτσι»

Δεν γεν­νή­θη­κα άστεγος.
Κανείς δεν γεννιέται.

Το λέω συχνά αυτό, όχι στους άλλους – σε μένα το λέω. Για να μην ξεχνάω. Για να μην πιστέ­ψω πως αυτό που έγι­να ήταν προ­δια­γε­γραμ­μέ­νο. Είχα ζωή. Κανο­νι­κή. Δου­λειά, ευθύ­νη, ανθρώ­πους που με χρειά­ζο­νταν. Είχα όνομα.

Τώρα έχω ένα παγκά­κι. Σχε­δόν το αγα­πώ. Είναι το μόνο πράγ­μα που με περι­μέ­νει κάθε μέρα στο ίδιο σημείο. Οι άνθρω­ποι αλλά­ζουν, οι επο­χές αλλά­ζουν, οι υπο­σχέ­σεις εξα­φα­νί­ζο­νται. Το παγκά­κι μένει.

Στην αρχή θύμω­να. Με τον εαυ­τό μου. Με τους άλλους. Με τον Θεό, αν υπάρ­χει. Μετά ήρθε η ντρο­πή. Αυτή είναι η χει­ρό­τε­ρη. Όχι η πεί­να. Όχι το κρύο. Η ντρο­πή όταν κατα­λα­βαί­νεις ότι σε κοι­τούν σαν να είσαι προει­δο­ποί­η­ση. «Να τι μπο­ρεί να σου συμβεί».

Δεν ζητάω. Όχι για­τί είμαι περή­φα­νος. Αλλά για­τί φοβά­μαι το βλέμ­μα. Το βλέμ­μα που περ­νά­ει από πάνω σου, σε μετρά­ει και σε απορ­ρί­πτει μέσα σε μισό δευ­τε­ρό­λε­πτο. Εκεί, σε εκεί­νο το μισό δευ­τε­ρό­λε­πτο, γίνε­σαι αόρατος.

Δημή­τρης – «Δεν θέλω να πεθά­νω, θέλω να σωπάσω»

Με λένε Δημή­τρη. Είμαι είκο­σι τρία, αλλά μην το πεις δυνα­τά. Δεν φαί­νε­ται. Το σώμα μου έφυ­γε μπρο­στά. Έτρε­ξε πιο γρή­γο­ρα από τη ζωή μου και κουράστηκε.

Το σίσα δεν είναι αυτό που νομί­ζε­τε. Δεν είναι από­λαυ­ση. Είναι κου­μπί. Πατάς και για λίγο στα­μα­τάς να νιώ­θεις. Δεν σκέ­φτε­σαι τη μάνα σου που δεν σηκώ­νει το τηλέ­φω­νο. Δεν σκέ­φτε­σαι το σπί­τι που δεν έχεις. Δεν σκέ­φτε­σαι ότι κάπο­τε ήθε­λες να γίνεις κάτι.

Ξέρω πότε με κοι­τά­νε με φόβο. Ξέρω πότε με κοι­τά­νε με αηδία. Το χει­ρό­τε­ρο είναι όταν δεν με κοι­τά­νε καθό­λου. Τότε κατα­λα­βαί­νω ότι έχα­σα. Όχι τη μάχη με τα ναρ­κω­τι­κά. Τη μάχη να υπάρχω.

Ο Μιχά­λης μου μιλά­ει. Όχι πολύ. Δεν χρειά­ζε­ται. Δεν με ρωτά­ει για­τί. Αυτό με σώζει λίγο. Δεν θέλω σωτη­ρία. Θέλω χρό­νο. Αλλά ο χρό­νος εδώ κάτω τρέ­χει αλλιώς.

Στέλ­λα – «Τη μέρα δεν υπάρχω»

Τη νύχτα με φωνά­ζουν με όνο­μα. Τη μέρα δεν υπάρχω.

Η μέρα είναι σκλη­ρή. Σε βλέ­πει καθα­ρά. Η νύχτα συγ­χω­ρεί. Κρύ­βει τις ρυτί­δες, τις τύψεις, τις απο­φά­σεις που πήγαν στρα­βά. Δεν ήθε­λα αυτή τη ζωή. Κανείς δεν θέλει. Αλλά κάποια στιγ­μή στα­μα­τάς να ρωτάς «πώς έφτα­σα εδώ» και αρχί­ζεις να ρωτάς «πώς θα αντέ­ξω σήμερα».

Στα στε­νά του Μετα­ξουρ­γεί­ου όλοι ξέρου­με ο ένας τον άλλον. Όχι με ονό­μα­τα. Με βλέμ­μα­τα. Με σιω­πές. Με συμ­φω­νί­ες που δεν γρά­φο­νται που­θε­νά. Ο Μιχά­λης περ­νά­ει καμιά φορά. Δεν με κοι­τά­ει όπως οι άλλοι. Με κοι­τά­ει σαν άνθρω­πο. Αυτό είναι επι­κίν­δυ­νο. Μπο­ρεί να σου θυμί­σει ποια ήσουν.

Κάποιες νύχτες σκέ­φτο­μαι ότι αν είχα μια ευκαι­ρία… Μετά γελάω. Οι ευκαι­ρί­ες εδώ κάτω δεν περι­μέ­νουν. Αν δεν τις πιά­σεις την ώρα που περ­νούν, χάθη­καν. Κι εμείς έχου­με μάθει να κοι­τά­με το πάτωμα

Λάμπρος – Η αργή κατάρρευση

Ο Λάμπρος δεν θυμό­ταν πότε ακρι­βώς άρχι­σε να πίνει. Θυμό­ταν όμως πότε στα­μά­τη­σε να μετρά­ει τις μέρες. Στην αρχή έλε­γε «ένα ποτό το βρά­δυ», μετά «δύο για να κοι­μη­θώ», ύστε­ρα δεν υπήρ­χαν πια αριθ­μοί. Υπήρ­χε μόνο το βάρος στο στή­θος και η ανά­γκη να το κάνει να σωπάσει.

Είχε υπάρ­ξει μαγα­ζά­το­ρας. Όχι σπου­δαί­ος, αλλά τίμιος. Ένα μικρό συνερ­γείο στην Πει­ραιώς, με τα χέρια του μόνι­μα λερω­μέ­να και το κεφά­λι του γεμά­το σχέ­δια. Όταν ήρθε η κρί­ση, δεν έκλει­σε από­το­μα. Ξεφού­σκω­σε. Λίγος κόσμος, λίγα λεφτά, περισ­σό­τε­ρες οφει­λές. Κάθε μέρα έλε­γε «θα κρα­τή­σω λίγο ακό­μα». Μέχρι που ένα πρωί σήκω­σε το ρολό και κατά­λα­βε πως δεν είχε πια λόγο να το ξανακατεβάσει.

Το ποτό ήρθε μετά. Όχι σαν λύση, αλλά σαν καθυ­στέ­ρη­ση. Να μη σκε­φτεί. Να μη θυμη­θεί το σπί­τι που άδεια­σε, τη γυναί­κα που κου­ρά­στη­κε να περι­μέ­νει, τον εαυ­τό του που δεν ανα­γνώ­ρι­ζε πια στον καθρέ­φτη. Όταν βρέ­θη­κε στον δρό­μο, δεν τρό­μα­ξε. Είχε προ­ε­τοι­μα­στεί και­ρό μέσα του.

Με τον Μιχά­λη μιλού­σαν λίγο. Καθό­ντου­σαν δίπλα δίπλα, κοι­τού­σαν την κίνη­ση. Ο Λάμπρος εκτι­μού­σε αυτή τη σιω­πή. Δεν τον ρωτού­σε «πώς έφτα­σες εδώ». Ήξε­ρε. Όλοι ήξε­ραν. Άλλο­τε από επι­λο­γές, άλλο­τε από ατυ­χία, κι άλλο­τε απλώς επει­δή δεν βρέ­θη­κε κανείς να τους κρα­τή­σει όρθιους την ώρα που έπρεπε.

Τις νύχτες, όταν το ποτό έπε­φτε λίγο, ο Λάμπρος ένιω­θε τον φόβο να ανε­βαί­νει. Όχι φόβο θανά­του. Φόβο ότι αυτή ήταν πια η ζωή του. Κι αυτός ο φόβος ήταν πιο δυνα­τός από κάθε εξάρτηση.

Ο άνθρω­πος στο αυτο­κί­νη­το – Τρεις ζωές σε τέσ­σε­ρις ρόδες

Το αυτο­κί­νη­το μύρι­ζε κλει­σού­ρα, βεν­ζί­νη και φάρ­μα­κα. Ο Γιώρ­γος είχε μάθει να κινεί­ται προ­σε­κτι­κά μέσα του, σαν να ήταν εύθραυ­στο. Στο πίσω κάθι­σμα κοι­μό­ντου­σαν οι γονείς του, κου­κου­λω­μέ­νοι με κου­βέρ­τες που είχαν καλύ­τε­ρες μέρες. Δεν παρα­πο­νιό­ντου­σαν. Αυτό ήταν το πιο βαρύ.

Η έξω­ση ήρθε γρή­γο­ρα. Ένα χαρ­τί στην πόρ­τα, λίγες μέρες διο­ρία, πολ­λές υπο­σχέ­σεις που δεν τηρή­θη­καν. Στην αρχή φιλο­ξε­νή­θη­καν. Μετά άρχι­σαν τα «δεν γίνε­ται άλλο». Έτσι κατέ­λη­ξαν στο αυτο­κί­νη­το. Όχι από επι­λο­γή. Από εξά­ντλη­ση όλων των άλλων.

Ο Γιώρ­γος ξυρι­ζό­ταν κάθε πρωί. Έπρε­πε να δεί­χνει «κανο­νι­κός». Η κανο­νι­κό­τη­τα ήταν το τελευ­ταίο του όπλο. Έψα­χνε δου­λειά από μικρές αγγε­λί­ες, έπια­νε μερο­κά­μα­τα, έφερ­νε φαγη­τό. Τα βρά­δια, όταν όλα ησύ­χα­ζαν, καθό­ταν στη θέση του οδη­γού και σκε­φτό­ταν πόσο εύθραυ­στη είναι η γραμ­μή ανά­με­σα στο «έχω» και στο «δεν έχω».

Όταν βγή­κε στην τηλε­ό­ρα­ση, ένιω­σε γυμνός. Όχι επει­δή μίλη­σε, αλλά επει­δή ήξε­ρε πως μετά το τέλος της εκπο­μπής, κανείς δεν θα ήταν εκεί. Τα φώτα θα έσβη­ναν και το αυτο­κί­νη­το θα παρέ­με­νε σπί­τι. Προ­σω­ρι­νό, αλλά αναγκαίο.

Δημή­τρης – Η ηλι­κία που χάθηκε

Ο Δημή­τρης θυμό­ταν ακό­μα τη μέρα που δοκί­μα­σε για πρώ­τη φορά. Δεν ήταν περιέρ­γεια. Ήταν κού­ρα­ση. Από το σπί­τι, από τις φωνές, από το τίπο­τα που τον περί­με­νε. Το σώμα του συνή­θι­σε γρή­γο­ρα. Η ψυχή του ακό­μα πιο γρήγορα.

Στον δρό­μο έμα­θε να δια­βά­ζει βλέμ­μα­τα. Να κατα­λα­βαί­νει πότε είναι ανε­πι­θύ­μη­τος, πότε επι­κίν­δυ­νος, πότε απλώς αόρα­τος. Το τελευ­ταίο πονού­σε περισ­σό­τε­ρο. Όταν δεν σε φοβού­νται καν, όταν περ­νάς σαν σκιά.

Ο Μιχά­λης του μιλού­σε για υπο­μο­νή. Ο Δημή­τρης δεν ήξε­ρε αν είχε άλλο από­θε­μα. Υπήρ­χαν μέρες που ήθε­λε να φύγει. Όχι να πεθά­νει. Να εξα­φα­νι­στεί. Να μην τον ψάξει κανείς.

Κι όμως, κάποιες φορές, όταν καθό­ταν μαζί τους και άκου­γε ιστο­ρί­ες παλιές, ένιω­θε κάτι να κινεί­ται μέσα του. Μια αχνή επι­θυ­μία να μην τελειώ­σει έτσι. Δεν ήξε­ρε πώς. Αλλά ίσως το «πώς» να ερχό­ταν μετά.

Στέλ­λα – Όσα δεν λέγο­νται τη μέρα

Η Στέλ­λα περ­πα­τού­σε τη μέρα σκυ­φτή. Σαν να ήθε­λε να μικρύ­νει. Τη νύχτα ψήλω­νε. Έβα­φε τα χεί­λη της, ίσιω­νε την πλά­τη της, έπαιρ­νε το βλέμ­μα που της ανα­λο­γού­σε. Όχι αγά­πη. Προσοχή.

Δεν μιλού­σε για το πριν. Το πριν πονού­σε. Υπήρ­χε παι­δί, υπήρ­χε σπί­τι, υπήρ­χαν λάθη. Υπήρ­χε και μια στιγ­μή που κανείς δεν τη βοή­θη­σε όταν έπρε­πε. Από τότε έμα­θε να βοη­θά μόνη της τον εαυ­τό της, με όποιο κόστος.

Ο Μιχά­λης την άκου­γε. Δεν έκα­νε ερω­τή­σεις. Αυτό ήταν ανα­κου­φι­στι­κό. Η Στέλ­λα δεν ζητού­σε σωτη­ρία. Ζητού­σε να μην την κρί­νουν. Και αυτό, στον κόσμο τους, ήταν σπάνιο.

Εκεί­νοι που μένουν όρθιοι

Δεν ήταν ήρω­ες. Αυτό ήταν το πρώ­το πράγ­μα που έλεγαν.
«Μην μας λες έτσι», επέ­με­νε η Άννα, εθε­λό­ντρια σε ένα κινη­τό ιατρείο που έβγαι­νε τα βρά­δια. «Κάνου­με ό,τι μπο­ρού­με. Τίπο­τα παραπάνω».

Ο Μιχά­λης τους παρα­τη­ρού­σε. Τον τρό­πο που έσκυ­βαν χωρίς βια­σύ­νη, που άγγι­ζαν χωρίς φόβο, που μιλού­σαν χωρίς ανω­τε­ρό­τη­τα. Είχαν μάθει κάτι που οι περισ­σό­τε­ροι αγνο­ού­σαν: ότι η βοή­θεια δεν είναι πρά­ξη δύνα­μης, αλλά ισορ­ρο­πί­ας. Ένα βήμα λάθος, και γίνε­σαι είτε σωτή­ρας είτε αδιάφορος.

Οι για­τροί έβλε­παν πλη­γές που δεν φαί­νο­νταν στις εξε­τά­σεις. Κατά­θλι­ψη, παραί­τη­ση, θυμό παγω­μέ­νο. Κάποιοι γύρι­ζαν. Κάποιοι χάνο­νταν. Κανείς δεν κρα­τού­σε στα­τι­στι­κή. Μόνο ονό­μα­τα. Όσα πρόλαβαν.

Ο Δημή­τρης μια νύχτα δεν ήρθε. Τον έψα­ξαν. Τον βρή­καν ζωντα­νό, αλλά χαμέ­νο. Η Στέλ­λα έμει­νε σιω­πη­λή για μέρες. Ο Λάμπρος ήπιε περισ­σό­τε­ρο. Όχι από αδια­φο­ρία. Από φόβο. Όταν χάνε­ται ένας, όλοι ραγί­ζουν λίγο.

Κι όμως, την επό­με­νη νύχτα, το βαν ξανα­βγή­κε. Για­τί αν στα­μα­τού­σαν, θα παρα­δέ­χο­νταν ότι η πόλη νίκησε.

Η στιγ­μή που όλα κρέμονται

Η σύγκρου­ση δεν ήρθε με φωνές. Ήρθε με σιωπή.

Ένα πρωί ο Μιχά­λης δεν βρή­κε τον Λάμπρο στο παγκά­κι. Το ποτή­ρι του ήταν εκεί, άδειο. Κάθι­σε δίπλα. Περί­με­νε. Κάτι μέσα του ήξε­ρε. Όταν τον βρή­καν αργό­τε­ρα, δεν υπήρ­χαν λόγια. Μόνο εκεί­νο το βάρος στο στή­θος που δεν φεύγει.

Ο Δημή­τρης έκλα­ψε. Όχι δυνα­τά. Σαν παι­δί που ντρέ­πε­ται. Η Στέλ­λα έφυ­γε από το στε­νό και δεν γύρι­σε για μέρες. Ο Γιώρ­γος έσφι­ξε το τιμό­νι και σκέ­φτη­κε πως αν χαθεί κι άλλος, ίσως να είναι ο επόμενος.

Η απώ­λεια έκα­νε κάτι περί­ερ­γο. Δεν τους διέ­λυ­σε. Τους έδε­σε. Όχι με ελπί­δα. Με επί­γνω­ση. Ότι κανείς δεν είναι δεδο­μέ­νος. Ότι κάθε μέρα που περ­νά χωρίς να χαθείς, είναι μικρή νίκη.

Ο Μιχά­λης μίλη­σε εκεί­νο το βρά­δυ. Όχι πολύ. «Αν φύγου­με κι εμείς», είπε, «θα είναι σαν να μην υπήρ­ξε ποτέ». Κανείς δεν απά­ντη­σε. Αλλά έμειναν.

Η αργή επι­στρο­φή στο φως

Τίπο­τα δεν αλλά­ζει από­το­μα. Αυτό είναι το ψέμα που λέμε για να παρηγορηθούμε.

Ο Δημή­τρης μπή­κε σε πρό­γραμ­μα. Όχι επει­δή πίστε­ψε από­λυ­τα. Επει­δή κου­ρά­στη­κε να χάνει. Υπήρ­χαν μέρες που ήθε­λε να φύγει. Υπήρ­χαν όμως κι άλλες που γελού­σε. Αυτό αρκού­σε για αρχή.

Η Στέλ­λα βρή­κε δου­λειά πρω­ι­νή. Όχι καλή. Όχι εύκο­λη. Αλλά καθα­ρή. Τα βρά­δια ακό­μα την κυνη­γού­σαν σκιές. Όμως τώρα είχε πού να επιστρέψει.

Ο Γιώρ­γος βρή­κε σπί­τι μικρό. Οι γονείς του κοι­μή­θη­καν σε κανο­νι­κό κρε­βά­τι μετά από μήνες. Έκλα­ψαν χωρίς να μιλή­σουν. Ο Μιχά­λης τους επι­σκέ­φτη­κε. Δεν ήθε­λε να φύγει. Δεν ήθε­λε να μεί­νει. Για πρώ­τη φορά ένιω­θε και τα δύο.

Κάθε τόσο, περ­πα­τού­σε ακό­μα στην Ομό­νοια. Όχι από ανά­γκη. Από μνήμη.

Να τους δούμε

Οι αόρα­τοι άνθρω­ποι της πόλης δεν είναι μια κατη­γο­ρία. Είναι πολ­λοί. Δια­φο­ρε­τι­κοί. Με ιστο­ρί­ες που δεν χωρούν σε λέξεις όπως «άστε­γος», «εξαρ­τη­μέ­νος», «περι­θω­ρια­κός». Αυτές είναι ταμπέ­λες για να μην σκύβουμε.

Όλοι τους, όμως, κου­βα­λούν το ίδιο αίτη­μα: να τους δού­με χωρίς να τους μειώ­σου­με,  να τους ακού­σου­με χωρίς να τους σώσου­με, να στα­θού­με χωρίς να προσπεράσουμε.

Η πόλη δεν αλλά­ζει με μεγά­λα σχέ­δια. Αλλά­ζει όταν ένας άνθρω­πος βλέ­πει έναν άλλον και δεν γυρί­ζει το κεφά­λι. Όταν η καλη­μέ­ρα δεν είναι τυπι­κή. Όταν το βλέμ­μα μένει μισό δευ­τε­ρό­λε­πτο παραπάνω.

Ίσως τότε, οι αόρα­τοι άνθρω­ποι πάψουν να είναι αόρα­τοι. Κι ίσως τότε, η πόλη να γίνει ξανά ανθρώπινη.

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Η Λογο­τε­χνία σήμερα

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
Αφήστε μια απάντηση

Σημείωση πριν τη φόρμα σχολίων

Σημείωση μετά ΄τη φόρμα σχολίων