- Διαφήμιση -

Μπάμπης Στέρτσος “Η σιωπή που φορούν οι μεγάλοι”

Μπά­μπης Στέρτσος

Το κεί­με­νο που ακο­λου­θεί δεν γρά­φτη­κε για να εντυ­πω­σιά­σει, ούτε για να δώσει απαντήσεις.
Γρά­φτη­κε για ανθρώ­πους που μεγα­λώ­νο­ντας έμα­θαν να σωπαί­νουν∙ όχι επει­δή δεν έχουν πια τι να πουν, αλλά επει­δή κου­ρά­στη­καν να μη τους ακούν.

Η σιω­πή που φορούν οι μεγά­λοι” είναι μια χαμη­λό­φω­νη αφή­γη­ση για τη μονα­ξιά που δεν φωνά­ζει, για την ανά­γκη της αγά­πης όταν όλα δεί­χνουν πως είναι αργά, και για τις μικρές ανθρώ­πι­νες συνα­ντή­σεις που δεν σώζουν τον κόσμο, αλλά κάνουν τη ζωή πιο ανεκτή.

Αν δια­βά­σεις αργά, ίσως ανα­γνω­ρί­σεις κάτι δικό σου.
Και ίσως, για λίγο, να μη νιώ­σεις μόνος.

 

 

Το ένδυ­μα της ηλικίας

Υπάρ­χει μια ηλι­κία όπου οι άνθρω­ποι αλλά­ζουν ρού­χα χωρίς να το καταλάβουν.
Δεν ξεχω­ρί­ζουν πια τι φορά­νε από συνή­θεια και τι από ανά­γκη. Δεν δια­λέ­γουν∙ απλώς προ­σαρ­μό­ζο­νται. Δεν είναι πια χρώ­μα­τα ή όνει­ρα αυτά που φορούν. Είναι σιωπή.

Τη φορούν όπως φορού­σαν κάπο­τε το παλ­τό της δου­λειάς ή τα καλά τους ρού­χα τις Κυρια­κές· για να μην ενο­χλή­σουν, για να μην εκτε­θούν, για να μην απο­κα­λυ­φθεί πόσο κρυώ­νουν μέσα στον κόσμο. Είναι μια σιω­πή καλο­δι­πλω­μέ­νη, κοι­νω­νι­κά απο­δε­κτή, μεσο­σταθ­μι­σμέ­νη,  σχε­δόν αξιο­πρε­πής.  Μια σιω­πή που λέει «καλά είμαι» εκεί όπου θα έπρε­πε να πει «κου­ρά­στη­κα».

Ο Ανδρέ­ας τη γνώ­ρι­ζε καλά αυτή τη σιω­πή. Όχι επει­δή την αγά­πη­σε, αλλά επει­δή την χρειάστηκε.

Η μαθη­τεία στην απόσυρση

Δεν θυμό­ταν πότε ακρι­βώς άρχι­σε να μιλά λιγό­τε­ρο. Ίσως μετά τον θάνα­το της γυναί­κας του. Ίσως όταν τα παι­διά άρχι­σαν να τηλε­φω­νούν όλο και πιο αραιά, με φωνές γεμά­τες βια­σύ­νη και λιγό­τε­ρο χώρο. Ίσως όταν συντα­ξιο­δο­τή­θη­κε και ξαφ­νι­κά έπα­ψε να είναι «χρή­σι­μος».

Οι άνθρω­ποι δεν ενη­με­ρώ­νο­νται ποτέ πώς απο­σύ­ρο­νται. Απλώς μια μέρα κατα­λα­βαί­νουν ότι  τους καλούν λιγό­τε­ρο, γρά­φουν λιγό­τε­ρο, περι­μέ­νουν λιγό­τε­ρο. Και αντί να δια­μαρ­τυ­ρη­θούν, το βαφτί­ζουν ωριμότητα.

Ο Ανδρέ­ας έμα­θε να μη ζητά. Να μη βαραί­νει. Να μην ελπί­ζει δυνα­τά. Να  μη στέ­κε­ται πια απαι­τη­τι­κός στη ζωή

 Το σπί­τι χωρίς μάρτυρες

Όταν ο Ανδρέ­ας έκλει­σε τα εξή­ντα πέντε, ανα­κά­λυ­ψε πως ο ήχος της πόλης αλλά­ζει ανά­λο­γα με τη μονα­ξιά σου. Τα ίδια αυτο­κί­νη­τα, τα ίδια φανά­ρια, οι ίδιες φωνές στα καφε­νεία, κι όμως εκεί­νος τα άκου­γε σαν να ερχό­ταν όλα από  πολύ μακριά, από μια ακτή όπου κανείς δεν τον περίμενε.

Στα εξή­ντα πέντε του, το σπί­τι δεν ήταν άδειο. Ήταν αυτάρ­κες. Η καρέ­κλα στε­κό­ταν εκεί που έπρε­πε, το τρα­πέ­ζι καθα­ρό, το ρολόι συνε­πές. Τίπο­τα δεν πρό­δι­δε απώ­λεια. Κι όμως, όλα μαρ­τυ­ρού­σαν απουσία.

Ξυπνού­σε νωρίς, χωρίς ξυπνη­τή­ρι. Το σώμα είχε μάθει στις ώρες της δου­λειάς, παρό­τι δου­λειά δεν είχε πια. Σηκω­νό­ταν, έβα­ζε νερό στο μπρί­κι, άκου­γε το πρώ­το βρά­σι­μο σαν ανά­σα που πάλευε να απο­δεί­ξει ότι κάποιος ζού­σε ακό­μα μέσα σε εκεί­νο το δια­μέ­ρι­σμα. Το ρολόι του τοί­χου χτυ­πού­σε επί­μο­να, κι ο ήχος ανα­κα­τευό­ταν με το βου­η­τό του δρόμου.

Στο τρα­πέ­ζι της κου­ζί­νας, εκεί όπου κάπο­τε καθό­ταν η γυναί­κα του και του διόρ­θω­νε τη ζάχα­ρη στον καφέ, έμε­νε τώρα ένα τετρά­διο ανοι­χτό. Στις πρώ­τες σελί­δες είχε προ­σπα­θή­σει να γρά­ψει σκέ­ψεις, αλλά τις έσβη­νε. Έμοια­ζαν όλες μικρές, λει­ψές, μπρο­στά σε όσα ένιω­θε. Πώς να χωρέ­σεις σε μια πρό­τα­ση το αίσθη­μα ότι γερ­νάς μόνος, σαν να σε ξέχα­σε η ζωή σε μια γωνία;

Η μονα­ξιά δεν φαι­νό­ταν. Είχε γίνει συνή­θεια, τρό­πος ζωής.

Η ανά­γκη που δεν λέγεται

Τα παι­διά του ήταν μακριά, «γεω­γρα­φι­κά και αλλιώς», όπως έλε­γε μισο­α­στεία όταν τον ρωτού­σαν οι παλιοί συνά­δελ­φοι. Η Ελέ­νη στο εξω­τε­ρι­κό, ο Μάνος κάπου κοντά αλλά πάντα απα­σχο­λη­μέ­νος. «Θα τα πού­με, μπα­μπά, τρέ­χω τώρα» – αυτή ήταν πια η φρά­ση που αντι­κα­θι­στού­σε το παλιό «καλη­νύ­χτα».

Την πρώ­τη φορά που αισθάν­θη­κε πραγ­μα­τι­κά ανυ­πε­ρά­σπι­στος δεν ήταν σε για­τρό, ούτε σε νοσο­κο­μείο. Ήταν ένα από­γευ­μα, όταν έψα­χνε στο συρ­τά­ρι για το παλιό βιβλιά­ριο υγεί­ας. Άνοι­ξε έναν φάκε­λο και βρή­κε μια φωτο­γρα­φία: εκεί­νος νέος, η γυναί­κα του δίπλα του, τα παι­διά μικρά, όλοι σε μια παρα­λία με ήλιο εκτυ­φλω­τι­κό. Το χαμό­γε­λο της γυναί­κας του, η κίνη­ση των παι­διών, τα χέρια του που τους αγκά­λια­ζαν όλους… Ένιω­σε να τον δια­περ­νά κάτι ανά­με­σα σε θλί­ψη και απο­ρία: πότε ακρι­βώς έσβη­σε εκεί­νη η εικό­να; Πότε άφη­σε να χαθεί η δυνα­τό­τη­τα της αγά­πης από τα χέρια του, σαν άμμος που γλι­στρά ανά­με­σα στα δάχτυλα;

Τώρα, στα εξή­ντα πέντε, είχε κατα­λή­ξει ότι οι άνθρω­ποι μεγα­λώ­νο­ντας δεν φοβού­νται τόσο τον θάνα­το, όσο το να μην τους αγα­πά κανείς. Να αρρω­στή­σουν και να μην ξέρουν ποιον να πάρουν τηλέ­φω­νο. Να τους συμ­βεί κάτι όμορ­φο και να μην έχουν σε ποιον να το πουν για να γίνει πραγ­μα­τι­κά όμορφο.

Τη μετρού­σε τη μονα­ξιά, όχι σε μέρες αλλά σε πρά­ξεις που δεν είχαν απο­δέ­κτη. Σε σκέ­ψεις που δεν ειπώ­θη­καν. Σε ειδή­σεις που δεν μοι­ρά­στη­καν. Σε μικρές νίκες που έσβη­ναν μόνες τους.

Δεν ήθε­λε πια έρω­τες, δεν ζητού­σε επα­νεκ­κι­νή­σεις. Ήθε­λε — κι αυτό ήταν το επι­κίν­δυ­νο — έναν άνθρω­πο. Έναν μάρ­τυ­ρα. Να τον κοι­τά­ζει τότε που κου­ρά­ζε­ται. Να τον ξέρει όταν δεν μιλά. Να μη χρειά­ζε­ται εξήγηση.

Η πλα­τεία ως εξαίρεση

Ένα τέτοιο πρω­ι­νό απο­φά­σι­σε, χωρίς σχέ­διο, να βγει λίγο παρα­πέ­ρα από το συνη­θι­σμέ­νο. Συνή­θως έκα­νε έναν μικρό κύκλο γύρω από το τετρά­γω­νο, απλώς για να «ξεπια­στεί». Εκεί­νη τη μέρα κατέ­βη­κε πιο κάτω, μέχρι την πλα­τεία σαν κάτι αόρα­το να τον τρά­βη­ξε.  Εκεί υπήρ­χε μια μικρή δανει­στι­κή βιβλιο­θή­κη που είχε φτιά­ξει ο δήμος: ένα σιδε­ρέ­νιο σταντ με ράφια, βιβλία στοι­βαγ­μέ­να, άλλα μισο­σκι­σμέ­να, άλλα με ιδιό­χει­ρες αφιερώσεις.

Την είδε πριν δει τα βιβλία. Καθό­ταν στο παγκά­κι δίπλα στη βιβλιο­θή­κη, μια γυναί­κα γύρω στα εβδο­μή­ντα. Φορού­σε ένα μπλε παλ­τό, ξεθω­ρια­σμέ­νο στις ραφές, και κρα­τού­σε ένα βιβλίο στα γόνα­τα. Δεν το διά­βα­ζε – απλώς το χάι­δευε με τον αντί­χει­ρα στη ράχη του, σαν να ήταν κάποιος παλιός φίλος. Τα μαλ­λιά της ήταν λευ­κά, πια­σμέ­να πρό­χει­ρα πίσω, κι ένα ζευ­γά­ρι γυα­λιά κρε­μό­ταν από μια αλυ­σί­δα στο λαι­μό της. Η σιω­πή δεν ήταν άμυ­να. Ηταν επιλογή

Ο Ανδρέ­ας πλη­σί­α­σε διστα­κτι­κά, πιο πολύ για να κλέ­ψει μια ματιά στον τίτλο. Το βιβλίο ήταν μια παλιά ποι­η­τι­κή συλλογή.

Η πρώ­τη λέξη

«Ωραία επι­λο­γή», της είπε αυθόρ­μη­τα. Η φωνή του ακού­στη­κε ξένη στ’ αυτιά του – δεν είχε μιλή­σει σε άγνω­στο εδώ και και­ρό. Αμέ­σως μετά ένιω­σε τον παλιό φόβο μήπως ενο­χλεί, μήπως παρα­βί­α­ζε μια σιω­πή που δεν ήταν δική του.

Η γυναί­κα σήκω­σε τα μάτια της. Είχαν εκεί­νη τη θολό­τη­τα που δεν οφεί­λε­ται μόνο στην ηλι­κία, αλλά σε τόσα πράγ­μα­τα που είδαν κάπο­τε και τώρα πια δεν βρί­σκουν λέξεις να τα ονοματίσουν.

«Την ξέρε­τε;» ρώτησε.

«Την ποι­ή­τρια; Λίγο,» απά­ντη­σε εκεί­νος. «Παλιά τη διά­βα­ζα πιο πολύ. Τώρα…» Σήκω­σε αόρι­στα τους ώμους.

«Τώρα δια­βά­ζε­τε τις σιω­πές, φαντά­ζο­μαι», είπε εκεί­νη και χαμο­γέ­λα­σε λίγο. «Έτσι γίνε­ται με τα χρόνια.»

Η πρό­τα­ση αυτή, «δια­βά­ζε­τε τις σιω­πές», έπε­σε επά­νω του σαν δια­πί­στω­ση που κάπο­τε φοβό­ταν να ξεστο­μί­σει. Κάθι­σε, σχε­δόν χωρίς να το σκε­φτεί, στο παγκά­κι δίπλα της. Ανά­με­σά τους υπήρ­χε μια μικρή από­στα­ση·  αρκε­τή για να δεί­χνει σεβα­σμό, όχι αρκε­τή για να δηλώ­νει αδιαφορία.

Η ανα­γνώ­ρι­ση

Ο Ανδρέ­ας. Η Μαρία. Δεν μίλη­σαν για το παρελ­θόν. Οι άνθρω­ποι που έχουν πονέ­σει δεν ξεγυ­μνώ­νο­νται εύκο­λα. Μίλη­σαν για μικρά πράγ­μα­τα. Κι όμως κάτω από τις λέξεις κάτι  είχε ήδη ανα­γνω­ρι­σθεί. Οι άνθρω­ποι που έχουν πονέ­σει δεν ξεγυ­μνώ­νο­νται εύκο­λα. Κι όμως κάτω από τις λέξεις κάτι είχε ήδη αναγνωριστεί.

«Είμαι ο Ανδρέ­ας», είπε, σαν να παρου­σί­α­ζε τον εαυ­τό του για πρώ­τη φορά.

«Μαρία», απά­ντη­σε. «Εδώ γύρω μένετε;»

Ένευ­σε κατα­φα­τι­κά. «Κοντά. Εσείς;»

«Παλιά έλε­γα πως μένω κάπου,» είπε εκεί­νη. «Τώρα λέω πως… περ­νάω από κάπου. Το σπί­τι είναι απλώς ο τόπος φύλα­ξης των πραγ­μά­των μου. Αυτά που αγα­πώ είναι αλλού.»

Ο Ανδρέ­ας γέλα­σε, αλλά το γέλιο είχε πίκρα.
«Κι εγώ κάπως έτσι. Σαν να έμει­ναν τα αγα­πη­μέ­να σε άλλον αιώνα.»

Έμει­ναν για λίγο σιω­πη­λοί. Η πλα­τεία γύρω τους ζού­σε τη δική της ζωή: παι­διά που έτρε­χαν, μια μάνα που φώνα­ζε, ένα ποδή­λα­το που περ­νού­σε ξυστά. Η μονα­ξιά τους έμοια­ζε αόρα­τη ανά­με­σα σ’ όλα αυτά.

«Ξέρε­τε τι με τρο­μά­ζει περισ­σό­τε­ρο;» ρώτη­σε ξαφ­νι­κά η Μαρία. «Όχι ότι μεγα­λώ­νω. Αυτό, εντά­ξει, το ξέρεις από παι­δί. Με τρο­μά­ζει που, όσο περ­νούν τα χρό­νια, νιώ­θω να γίνο­μαι αόρα­τη. Στο σού­περ μάρ­κετ, στο λεω­φο­ρείο, στον δρό­μο… Μπο­ρώ να στα­θώ στη μέση της διά­βα­σης και τα αυτο­κί­νη­τα ίσως στα­μα­τή­σουν από υπο­χρέ­ω­ση, αλλά κανείς δεν θα με κοι­τά­ξει στα μάτια. Σαν να μη χρειά­ζε­ται πια να σε βλέ­πουν, αφού δεν έχουν τίπο­τα να πάρουν από σένα.» « Το πιο δύσκο­λο δεν είναι να είσαι μόνη. Είναι να μην σε χρειά­ζε­ται κανείς»,  ο Ανδρέ­ας κατά­λα­βε πως άκου­γε τη δική του φωνή.

Την κοί­τα­ξε με προ­σο­χή. Στα μάτια της είδε μια λάμ­ψη πεί­σμα­τος – σαν να αρνιό­ταν να απο­δε­χτεί πόσο αόρα­τη ήταν για τους άλλους.

«Καμιά φορά σκέ­φτο­μαι», είπε εκεί­νος, «ότι η αγά­πη που δώσα­με κάπο­τε, όταν ήμα­σταν νέοι, κυκλο­φο­ρεί ακό­μα στον κόσμο, αλλά πήρε άλλη μορ­φή. Πέρα­σε στα παι­διά, στους ανθρώ­πους που βοη­θή­σα­με, σε όσους δεν θυμού­νται πια το όνο­μά μας. Κι εμείς μένου­με εδώ, σαν άδειοι φάκε­λοι. Τις προ­άλ­λες έπια­σα τον εαυ­τό μου να ζηλεύ­ει τα νεό­τε­ρα ζευ­γά­ρια που κοι­τού­σα στο μετρό. Όχι για­τί ήταν νέοι, αλλά για­τί είχαν μια κάποια υπό­σχε­ση, ακό­μη κι αν δεν το ήξεραν.»

«Ζηλεύ­ε­τε την υπό­σχε­ση», είπε εκεί­νη. «Εγώ ζηλεύω την αυτα­πά­τη. Το δικαί­ω­μα να πιστεύ­εις ότι όλα είναι μπροστά.»

Έπια­σαν να μιλούν για τα πιο απλά: για τις και­νού­ριες τιμές στο ψωμί, για τις ουρές στο ΙΚΑ, για μια γει­τό­νισ­σα που έβγα­λε το σκύ­λο της με παλ­τό. Όμως πίσω από τις λέξεις, ο Ανδρέ­ας ένιω­θε ότι ξετυ­λι­γό­ταν κάτι άλλο. Ένα νήμα λεπτό, που ένω­σε για λίγο δυο ανθρώ­πους που είχαν μάθει να επι­βιώ­νουν μόνοι, αμυ­νό­με­νοι απέ­να­ντι σε έναν κόσμο που φαι­νό­ταν να μην έχει πια χώρο για τις αδυ­να­μί­ες τους.

Πριν φύγουν, η Μαρία έκλει­σε το βιβλίο και το άφη­σε στη βιβλιοθήκη.
«Θα το πάρει κάποιος άλλος», είπε. «Τα ποι­ή­μα­τα δεν αντέ­χουν κι αυτά τη μονα­ξιά τους.»

«Θα ξανάρ­θε­τε;» τη ρώτη­σε σχε­δόν παιδικά.

«Αν είμαι καλά αύριο, ναι. Αν δεν είμαι, θα είναι μια άλλη Μαρία εδώ. Μπο­ρεί να μην τη λένε Μαρία, αλλά θα κου­βα­λά­ει τα ίδια πράγ­μα­τα. Όλες οι μονα­ξιές μοιά­ζουν μετα­ξύ τους.»

Τον απο­χαι­ρέ­τη­σε με μια μικρή κίνη­ση του χεριού και χάθη­κε στο στενό.

Εκεί­νο το βρά­δυ, ο Ανδρέ­ας άνοι­ξε ξανά το τετρά­διο στην κου­ζί­να. Αντί να γρά­ψει για την πίε­σή του, για τα φάρ­μα­κα, για το πόσο αθό­ρυ­βα περ­νού­σαν οι μέρες, έγρα­ψε μόνο μια φράση:

«Σήμε­ρα, για λίγο, δεν ήμουν μόνος.»

Η συνή­θεια ως αρχή

Οι επό­με­νες στιγ­μές δεν είχαν τίπο­τα το εξαιρετικό.
Κι όμως, για τον Ανδρέα, αυτό τις έκα­νε πολύτιμες.

Την επο­μέ­νη κατέ­βη­κε στην πλα­τεία νωρί­τε­ρα. Η καρ­διά του χτυ­πού­σε με έναν αστείο συν­δυα­σμό φόβου και προ­σμο­νής. Δεν ήξε­ρε αν θα τη βρει εκεί∙ ούτε αν έπρε­πε να τη βρει. Μια συνά­ντη­ση, όσο όμορ­φη κι αν είναι, μπο­ρεί να μεί­νει και ως μια μονα­δι­κή εξαί­ρε­ση, να μην χρειά­ζε­ται συνέ­χεια. Οι άνθρω­ποι της ηλι­κί­ας τους δεν βαφτί­ζουν εύκο­λα ότι φοβού­νται να χάσουν.

Η Μαρία, όμως, ήταν πάλι στο παγκά­κι. Αυτή τη φορά κρα­τού­σε ένα μικρό σημειωματάριο.

«Καλη­μέ­ρα», είπε εκείνος.

«Καλη­μέ­ρα, Ανδρέα», απο­κρί­θη­κε. «Σας περί­με­να, ξέρε­τε. Έχου­με ένα ραντε­βού με τις σιω­πές μας.»

Κάθι­σε δίπλα της.

Μιλού­σαν λίγο. Αρκε­τά για να μην αισθά­νο­νται ξένοι. Λίγο για να μην φοβού­νται. Η Μαρία δεν ρωτού­σε επί­μο­να. Ο Ανδρέ­ας δεν εξη­γού­σε περιττά.

Κάποιες φορές η κου­βέ­ντα στα­μα­τού­σε και κοι­τού­σαν απλώς τον κόσμο. Κι εκεί, μέσα σε αυτή τη σιω­πή, ούτε η  μονα­ξιά τους είχε φωνή ούτε η ηλι­κία, ούτε βάρος. Ήταν δύο άνθρω­ποι που συνυ­πήρ­χαν χωρίς να ζητούν ο ένας από τον άλλον άτι παρα­πά­νω από παρουσία.

Ο Ανδρέ­ας είχε ξεκι­νή­σει  ρωτώ­ντας την «Γρά­φε­τε;»  δεί­χνο­ντας της  το σημειωματάριο.

«Προ­σπα­θώ», του απο­κρί­θη­κε  εκεί­νη. «Παλιά έγρα­φα γράμ­μα­τα. Ερω­τι­κά, οικο­γε­νεια­κά, παρά­πο­να… Τώρα δεν έχω σε ποιον να τα στεί­λω, αλλά το χέρι ακό­μη θυμά­ται την κίνη­ση. Έτσι, γρά­φω γράμ­μα­τα που δεν θα δια­βα­στούν ποτέ. Σε ανθρώ­πους που λεί­πουν, σε εαυ­τούς που δεν υπάρ­χουν πια.»

«Κι εγώ κάτι τέτοιο κάνω», είπε ο Ανδρέ­ας. «Σημειώ­νω πράγ­μα­τα χωρίς να ξέρω σε ποιον απευθύνονται.»

«Τότε ίσως», είπε η Μαρία, «να μπο­ρού­με να απευ­θυν­θού­με ο ένας στον άλλον. Να δανεί­ζου­με λίγο ο ένας τον άλλον, μέχρι να περά­σει η μέρα.»

Έτσι άρχι­σε μια ιδιό­τυ­πη συνή­θεια. Κάθε πρωί, περί­που την ίδια ώρα, βρί­σκο­νταν στην πλα­τεία. Μιλού­σαν για μικρά και μεγά­λα, αντάλ­λασ­σαν ιστο­ρί­ες από τη νεό­τη­τά τους – για έρω­τες που νόμι­ζαν πως δεν θα τελειώ­σουν ποτέ, για φίλους που χάθη­καν ξαφ­νι­κά, για γονείς που πέθα­ναν χωρίς να προ­λά­βουν να ακού­σουν την τελευ­ταία συγ­γνώ­μη. Μιλού­σαν για τα παι­διά τους, όχι με θυμό, αλλά με εκεί­νη την παρά­ξε­νη κατα­νό­η­ση που κου­βα­λά μόνο όποιος έχει πονέ­σει πολύ.

«Ξέρεις τι είναι το πιο δύσκο­λο;» είπε μια μέρα η Μαρία. «Ότι συνη­θί­ζεις τη μονα­ξιά. Στην αρχή αντι­στέ­κε­σαι, χτυ­πιέ­σαι, θυμώ­νεις. Μετά όμως… Μαθαί­νεις να τη στρώ­νεις στο κρε­βά­τι να κοι­μη­θεί, να της βάζεις κι ένα πιά­το στο τρα­πέ­ζι. Αν δεν προ­σέ­ξεις, γίνε­ται η μόνη συντρο­φιά που ξέρεις να έχεις. Και τότε φοβά­σαι ακό­μη και την πιθα­νό­τη­τα να ξανα­γα­πη­θείς, για­τί σημαί­νει ότι πρέ­πει να τη διώξεις.»

Ο Ανδρέ­ας την άκου­γε σιω­πη­λός. Ήξε­ρε πως είχε δίκιο. Είχε χτί­σει γύρω του τεί­χη – όχι ψηλά, όχι φανε­ρά, αλλά αρκε­τά για να κρα­τούν τους άλλους σε από­στα­ση «ευγε­νι­κής αδια­φο­ρί­ας». Ήταν ο τύπος του ήσυ­χου, αξιο­πρε­πούς άντρα που δεν ζητά­ει τίπο­τα, για να μην του αρνη­θούν. Πώς, λοι­πόν, να παρα­δε­χτεί τώρα ότι, βαθιά μέσα του, διψού­σε για ένα απλό ανθρώ­πι­νο άγγιγ­μα; Κατα­λά­βαι­νε ότι μέσα του κάτι είχε αλλά­ξει. Δεν της το είπε. Οι άνθρω­ποι της ηλι­κί­ας του δεν ονο­μα­τί­ζουν εύκο­λα  αυτό που μόλις γεννιέται.

Μια άλλη μέρα, εκεί­νος της είπε:
«Ξέρεις τι σκέ­φτο­μαι καμιά φορά; Ότι οι άνθρω­ποι μεγα­λώ­νο­ντας χρειά­ζο­νται την αγά­πη όχι για να τους επι­βε­βαιώ­σει ότι αξί­ζουν, αλλά για να τους πει ότι δεν έζη­σαν άδι­κα. Ότι κάπου, σε κάποιον, άφη­σαν ένα ίχνος.»

Η Μαρία χαμή­λω­σε το βλέμμα.
«Και τι γίνε­ται όταν φοβά­σαι ότι δεν άφησες;»

«Τότε ίσως», είπε εκεί­νος σιγα­νά, «πρέ­πει να το αφή­σεις τώρα. Όσο προλαβαίνεις.»

Ο και­ρός άλλα­ζε σιγά σιγά. Από τις πρώ­τες δρο­σε­ρές μέρες του φθι­νο­πώ­ρου πέρα­σαν στις παγω­νιές του χει­μώ­να. Η πλα­τεία γέμι­ζε μπου­φάν, κασκόλ, χνό­τα στον αέρα. Μια μέρα, ενώ μιλού­σαν, έπια­σε να ψιλο­βρέ­χει. Ο Ανδρέ­ας σηκώ­θη­κε αμέσως.

Η οικειό­τη­τα χωρίς απαιτήσεις

«Πάμε», της είπε. «Θα κρυώ­σεις. Να… ελά­τε μέχρι το σπί­τι μου. Είναι κοντά. Θα σας φτιά­ξω έναν καφέ. Μόνο για λίγο, μέχρι να σταματήσει.»

Η Μαρία δίστα­σε για πρώ­τη φορά. Σαν να άνοι­γε μια αόρα­τη πόρ­τα που δεν ήταν σίγου­ρη αν ήθε­λε να περάσει.

«Δεν θέλω να σας φέρω σε δύσκο­λη θέση.»

«Δύσκο­λη θέση είναι αυτή που ήμα­σταν μέχρι τώρα», απά­ντη­σε εκεί­νος με ήρε­μο πεί­σμα. «Ελά­τε.»

Ο χώρος που κου­βα­λά μνήμη 

Το δια­μέ­ρι­σμα του Ανδρέα δεν ήταν θλι­βε­ρό. Ήταν τακτο­ποι­η­μέ­νο, μα είχε εκεί­νη τη σιω­πή που αφή­νουν πίσω τους οι άνθρω­ποι όταν φεύ­γουν βια­στι­κά και δεν επι­στρέ­φουν ποτέ. Στον τοί­χο υπήρ­χαν λίγες φωτο­γρα­φί­ες, ένα ρολόι, κι ένας μικρός πίνα­κας με μια θάλασ­σα σε γαλα­ζο­πρά­σι­νες αποχρώσεις.

Η Μαρία στά­θη­κε μπρο­στά στις φωτο­γρα­φί­ες. Σε μια από αυτές φαι­νό­ταν η γυναί­κα του Ανδρέα, χαμο­γε­λα­στή, στο κέντρο μιας παρέας.

«Είναι όμορ­φη», είπε.

«Ήταν», απο­κρί­θη­κε εκεί­νος. «Έφυ­γε νωρίς.»

Δεν ρώτη­σε πώς, ούτε πότε. Υπήρ­χαν πράγ­μα­τα που δεν χρειά­ζο­νταν λεπτο­μέ­ρειες, μόνο σεβασμό.

Η Μαρία κάθι­σε στην κου­ζί­να και αυτό ήταν για τον Ανδρέα πρά­ξη μεγα­λύ­τε­ρη από χίλιες λέξεις. Της έβρα­σε καφέ, έστρω­σε πρό­χει­ρα ένα τρα­πε­ζά­κι με δυο φλυ­τζά­νια και λίγα μπι­σκό­τα που κρα­τού­σε «για τους επι­σκέ­πτες» – αν και επι­σκέ­πτες δεν είχε.

«Μου κάνε­τε χάρη, ξέρε­τε», της είπε. «Πάντα είχα αυτά τα μπι­σκό­τα και ποτέ δεν είχα ποιον να τα κερά­σω. Άρχι­σα να σκέ­φτο­μαι ότι θα μεί­νουν για τα εγγό­νια ενός άλλου ενοί­κου, όταν δεν θα υπάρ­χω πια.»

Η Μαρία χαμογέλασε.
«Τα πράγ­μα­τα χωρίς ανθρώ­πους είναι σαν λέξεις χωρίς πρό­τα­ση», είπε. «Χαί­ρο­μαι που τα τρώ­με εμείς, αντί για τα φαντα­στι­κά εγγό­νια κάποιου άλλου.»

Η παρα­δο­χή

Η βρο­χή έξω δυνά­μω­νε, αλλά μέσα στο μικρό δια­μέ­ρι­σμα δημιουρ­γή­θη­κε μια παρά­ξε­νη ζεστα­σιά. Δεν ήταν ερω­τι­κή, ούτε οικο­γε­νεια­κή. Ήταν η ζεστα­σιά δυο ανθρώ­πων που είχαν στα­μα­τή­σει για λίγο να προ­σποιού­νται ότι δεν χρειά­ζο­νται κανέναν.

Όταν η Μαρία σηκώ­θη­κε να φύγει, στά­θη­κε στην πόρτα.

«Ξέρε­τε», είπε, «σήμε­ρα συνέ­βη κάτι παρά­ξε­νο. Δεν ένιω­σα ανυπεράσπιστη.»

«Ούτε κι εγώ», απά­ντη­σε ο Ανδρέας.

«Ας μην το πού­με σε κανέ­ναν», συνέ­χι­σε εκεί­νη με ένα παι­χνι­διά­ρι­κο βλέμ­μα. «Θα νομί­ζουν ότι δύο ηλι­κιω­μέ­νοι ανα­κά­λυ­ψαν μια μυστι­κή συνω­μο­σία κατά της μοναξιάς.»

«Μα αυτό δεν κάνα­με;» ρώτη­σε εκείνος.

«Ίσως», είπε η Μαρία. «Ακό­μα όμως είναι ευαί­σθη­το. Ας το προ­στα­τεύ­σου­με λίγο.»

Οι μέρες κύλη­σαν, και αυτή η «μυστι­κή συνω­μο­σία» άρχι­σε να παίρ­νει μορ­φή. Μπο­ρεί να μην το ονό­μα­σαν ποτέ, μα σιγά σιγά οι συνα­ντή­σεις τους έγι­ναν στα­θε­ρό σημείο ανα­φο­ράς. Κάποιες φορές πήγαι­ναν μαζί στο σού­περ μάρ­κετ, άλλες φορές περ­πα­τού­σαν λίγο παρα­πά­νω, μέχρι την εκκλη­σία της γει­το­νιάς ή έως το παλιό σινε­μά που είχε γίνει αποθήκη.

Ένα από­γευ­μα του Δεκέμ­βρη, ο Ανδρέ­ας πήρε ένα αυθόρ­μη­το θάρρος.
«Μαρία… Θέλεις να έρθου­με αύριο σε μια εκδή­λω­ση στον δήμο; Έχει μια παρου­σί­α­ση βιβλί­ου. Δεν ξέρω αν θα είναι καλή, αλλά… θα έχει κόσμο. Θα είμα­στε μέσα σε ανθρώ­πους. Ίσως είναι μια αρχή.»

Η Μαρία σιώ­πη­σε για λίγα δευτερόλεπτα.
«Ξέρεις πόσα χρό­νια έχω να πάω σε μια παρου­σί­α­ση;» ρώτη­σε. «Θα νομί­σουν ότι χάθη­κε λάθος γιαγιά.»

«Ας σε θεω­ρή­σουν λάθος, φτά­νει να υπάρ­ξεις», είπε εκεί­νος. «Αν θέλεις, βέβαια.»

Τελι­κά πήγαν. Στην αίθου­σα είχε φασα­ρία, φώτα, ανθρώ­πους που μιλού­σαν δυνα­τά, άλλους που κοί­τα­ζαν το κινη­τό τους. Ένας συγ­γρα­φέ­ας διά­βα­ζε απο­σπά­σμα­τα από το και­νού­ριο του βιβλίο για το χρό­νο που χάνε­ται και για τις δεύ­τε­ρες ευκαι­ρί­ες. Ο Ανδρέ­ας και η Μαρία κάθι­σαν πίσω-πίσω.

Κάποια στιγ­μή, ο ομι­λη­τής είπε:
«Μεγα­λώ­νο­ντας, αυτό που λεί­πει περισ­σό­τε­ρο δεν είναι τα χρό­νια που πέρα­σαν, αλλά τα «αν» που δεν τόλ­μη­σαν να γίνουν πρά­ξη. Αν είχα μιλή­σει. Αν είχα αγα­πή­σει. Αν είχα φύγει. Αν είχα μείνει.»

Ο Ανδρέ­ας τους ένιω­σε όλους αυτούς τους υπο­θε­τι­κούς χρό­νους να μαζεύ­ο­νται στο στή­θος του. Κοί­τα­ξε δίπλα του. Η Μαρία είχε τα χέρια της πλεγ­μέ­να, σαν να προ­σευ­χό­ταν σε κάτι άγνωστο.

«Εμείς», της ψιθύ­ρι­σε, «του­λά­χι­στον τολ­μή­σα­με ένα “αν” στα γερά­μα­τα: αν καθό­μουν σε εκεί­νο το παγκά­κι, αν σου μιλούσα.»

Εκεί­νη τον κοί­τα­ξε με υγρά μάτια.
«Ίσως αυτό το “αν” να άξι­ζε όλα τα υπό­λοι­πα», είπε.

Ο χει­μώ­νας έφυ­γε, ήρθε η άνοι­ξη. Η πλα­τεία γέμι­σε πάλι χρώ­μα­τα, κι οι δυο τους άρχι­σαν να ανα­κα­λύ­πτουν ότι γύρω τους υπήρ­χαν κι άλλοι άνθρω­ποι σαν κι αυτούς – μόνοι, προ­σε­κτι­κοί, κλει­στοί, μα επι­θυ­μη­τοί συνο­μι­λη­τές για όποιον είχε την υπο­μο­νή να τους πλησιάσει.

Ο τρί­τος άνθρωπος

Ο Νίκος εμφα­νί­στη­κε αργό­τε­ρα. Όχι ως γεγο­νός αλλά ως συνέχεια

Μια μέρα κάθι­σε στο διπλα­νό παγκά­κι ένας νεα­ρός, γύρω στα τριά­ντα, με ακου­στι­κά στα αυτιά και βλέμ­μα χαμέ­νο στο κενό. Τα χέρια του έτρε­μαν λίγο, παρό­τι δεν έκα­νε κρύο.

Ο Ανδρέ­ας τον παρα­τη­ρού­σε δια­κρι­τι­κά. Κάτι σε εκεί­νη την ταρα­χή τον θύμι­σε τον εαυ­τό του στα είκο­σί του – τότε που φοβό­ταν ότι θα πεθά­νει πριν προ­λά­βει να ζήσει, ενώ τώρα φοβό­ταν ότι θα ζήσει περισ­σό­τε­ρο απ’ όσο άντε­χε χωρίς αγάπη.

«Σε κοι­τά­ζεις στα είκο­σί του», του είπε η εσω­τε­ρι­κή του φωνή.

Η Μαρία ακο­λού­θη­σε το βλέμ­μα του.

«Τον βλέ­πεις;» ψιθύ­ρι­σε. «Είναι κι αυτός ένας από εμάς.»

«Μα είναι νέος», δια­μαρ­τυ­ρή­θη­κε ο Ανδρέ­ας, σαν να ήθε­λε να του χαρί­σει το δικαί­ω­μα στην ανέ­με­λη ζωή.

«Η μονα­ξιά δεν έχει ηλι­κία», απο­κρί­θη­κε εκεί­νη. «Μόνο δια­φο­ρε­τι­κές αφορμές.»

Ο νεα­ρός έβγα­λε για λίγο τα ακου­στι­κά και τα άφη­σε να κρέ­μο­νται. Φαι­νό­ταν σαν να ψάχνει κάτι στον ορίζοντα.

Ο Ανδρέ­ας ένιω­σε ένα γνώ­ρι­μο, παλιό δισταγ­μό. Να μιλή­σει; Να μην μιλή­σει; Αν τον ενο­χλού­σε; Αν νόμι­ζε ότι είναι περίεργος;

Ωστό­σο, θυμή­θη­κε: αν δεν είχε μιλή­σει κάπο­τε στη Μαρία, τίπο­τα απ’ όλα αυτά δεν θα υπήρχε.

«Νέε μου», είπε τελι­κά, «έχεις φωτιά;»

Ήταν μια παρά­λο­γη ερώ­τη­ση: ο Ανδρέ­ας δεν κάπνι­ζε. Ο νεα­ρός τον κοί­τα­ξε ξαφ­νια­σμέ­νος, έπει­τα χαμο­γέ­λα­σε αμυδρά.

«Όχι, δεν καπνί­ζω», απάντησε.

«Καλύ­τε­ρα για την υγεία σου», πετά­χτη­κε η Μαρία. «Αλλά, ξέρεις, η κου­βέ­ντα ανά­βει και χωρίς αναπτήρα.»

Ο νεα­ρός γέλα­σε κι έβγα­λε τα ακου­στι­κά τελείως.
«Μου μιλά­τε σαν να με ξέρε­τε», είπε.

«Σε ξέρου­με περισ­σό­τε­ρο απ’ όσο φαντά­ζε­σαι», είπε ο Ανδρέ­ας. «Για­τί ήμα­σταν κι εμείς κάπο­τε έτσι. Μόνο που δεν είχα­με ακου­στι­κά∙ είχα­με άλλα πράγ­μα­τα για να κρυβόμαστε.»

Ο νεα­ρός δίστα­σε, αλλά έμει­νε. Σιγά σιγά άρχι­σε να μιλά: για μια δου­λειά που μισού­σε, για μια σχέ­ση που τελεί­ω­σε άδο­ξα, για μια αίσθη­ση ότι δεν τον χωρά­ει ο κόσμος.

«Νιώ­θω», είπε, «σαν να βγή­κα σε λάθος επο­χή. Όλοι τρέ­χουν, όλοι δεί­χνουν ευτυ­χι­σμέ­νοι στο δια­δί­κτυο, κι εγώ… Εγώ απλώς δεν αντέ­χω την ιδέα ότι, αν πάθω κάτι, κανείς δεν θα το προ­σέ­ξει για ώρες.»

Ο Ανδρέ­ας και η Μαρία αντάλ­λα­ξαν μια ματιά που δεν χρεια­ζό­ταν λέξεις.

«Σε αυτό», είπε ο Ανδρέ­ας, «σε κατα­λα­βαί­νου­με από­λυ­τα. Αλλά να ξέρεις κάτι: η αγά­πη δεν έχει μόνο τη μορ­φή του μεγά­λου έρω­τα ή της παρα­δειγ­μα­τι­κής οικο­γέ­νειας. Μπο­ρεί να είναι και δυο – τρεις άνθρω­ποι σε μια πλα­τεία, σε ένα παγκά­κι, που απο­φα­σί­ζουν να μην αφή­σουν ο ένας τον άλλον να χαθεί.»

«Μιλά­τε για φίλους;» ρώτη­σε ο νεα­ρός με μια δόση ειρω­νεί­ας, σαν να αμφέ­βαλ­λε για την ύπαρ­ξη μιας τέτοιας πολυτέλειας.

«Μιλά­με», είπε η Μαρία, «για μια μικρή συμ­μα­χία απέ­να­ντι στο φόβο. Για ανθρώ­πους που, όσο μεγα­λώ­νουν, δεν θέλουν άλλο να κάνουν πως δεν πονά­νε. Για­τί αυτό είναι που μας έφα­γε: ότι μάθα­με να κρύ­βου­με το ότι μας λεί­πει η αγά­πη, σαν να είναι ντροπή.»

Ο νεα­ρός έμει­νε σιω­πη­λός για λίγο.
«Κι αν φύγω;» ρώτη­σε. «Αν μια μέρα στα­μα­τή­σω να έρχομαι;»

«Τότε», είπε ο Ανδρέ­ας, «θα πονέ­σου­με, αλλά θα ξέρου­με ότι για λίγο υπήρ­ξα­με για σένα. Και δεν είναι λίγο αυτό.»

Από εκεί­νη τη μέρα, ο νεα­ρός – που τον έλε­γαν Νίκο – άρχι­σε να έρχε­ται πότε-πότε. Δεν ήταν στα­θε­ρός, δεν είχε μάθει ακό­μη την τέχνη της συνέ­πειας. Αλλά κάθε φορά που εμφα­νι­ζό­ταν, έβρι­σκε στο ίδιο παγκά­κι δυο ηλι­κιω­μέ­νους που τον καλο­δέ­χο­νταν, χωρίς να τον κρίνουν.

Σιγά σιγά, η πλα­τεία έγι­νε κάτι πέρα από απλό σημείο συνά­ντη­σης. Έγι­νε τόπος μαρ­τυ­ρί­ας: ότι η μονα­ξιά δεν είναι προ­σω­πι­κή απο­τυ­χία, αλλά κοι­νή ανθρώ­πι­νη κατά­στα­ση∙ και ότι η αγά­πη, ακό­μη κι αν έρθει αργά, έχει τη δύνα­μη να ξανα­βα­φτί­σει μια ζωή που νομί­ζα­με πως είχε τελειώσει.

Η αγά­πη που δεν φωνάζει

Η αγά­πη δεν έρχε­ται πάντα ως έρω­τας, ούτε ως σωτη­ρία. Κάποιες φορές έρχε­ται ως επι­μο­νή. Ως από­φα­ση να μην απο­στρέ­ψεις το βλέμμα.

Ένα από­γευ­μα, καθώς ο ήλιος έγερ­νε πίσω από τις πολυ­κα­τοι­κί­ες, ο Ανδρέ­ας πήρε μια βαθιά ανάσα.

«Ξέρε­τε τι σκέ­φτο­μαι;» είπε. «Ότι μεγα­λώ­νο­ντας δεν γινό­μα­στε μόνοι επει­δή μας αφή­νουν οι άλλοι. Γινό­μα­στε μόνοι και επει­δή, κάπο­τε, φοβη­θή­κα­με να ζητή­σου­με. Να πού­με: “Μεί­νε λίγο ακό­μη”. Να παρα­δε­χτού­με: “Χρειά­ζο­μαι να μ’ αγα­πάς”. Μας έμα­θαν ότι το να χρειά­ζε­σαι είναι αδυ­να­μία. Κι εμείς τους πιστέψαμε.»

Η Μαρία του έσφι­ξε ελα­φρά το χέρι.
«Κι όμως», είπε, «σήμε­ρα είμα­στε εδώ ακρι­βώς για­τί κάποια στιγ­μή δεν το πιστέ­ψα­με άλλο. Εσύ πρό­σφε­ρες ένα… τάχα τσι­γά­ρο που δεν είχες, κι εγώ δέχτη­κα έναν καφέ που δεν χρεια­ζό­μουν. Τίπο­τα σπου­δαίο. Κι όμως, από εκεί ξεκί­νη­σαν όλα.»

Ο Νίκος τους κοι­τού­σε με ένα μείγ­μα θαυ­μα­σμού και νοσταλ­γί­ας, σαν να έβλε­πε μπρο­στά του μια εκδο­χή του εαυ­τού του που δεν ήξε­ρε ακό­μη αν ήθε­λε ή όχι να γίνει.

«Δηλα­δή», ρώτη­σε, «λέτε ότι ποτέ δεν είναι αργά;»

Ο Ανδρέ­ας χαμογέλασε.
«Για να είμα­στε ειλι­κρι­νείς; Μπο­ρεί και να είναι αργά για πολ­λά πράγ­μα­τα. Για κάποιους έρω­τες, για συγκε­κρι­μέ­να όνει­ρα, για ένα σώμα χωρίς πόνους. Αλλά για ένα “καλη­μέ­ρα”, για ένα “κάτσε λίγο μαζί μου”, για ένα “δεν θέλω να είμαι μόνος σήμε­ρα”… γι’ αυτά δεν είναι ποτέ εντε­λώς αργά. Αν μπο­ρείς να τα πεις, δεν είναι αργά.»

Η μέρα έσβη­νε σιγά σιγά. Τα φώτα της πλα­τεί­ας άνα­βαν ένα ένα, κι η πόλη γύρω τους συνέ­χι­ζε, αδιά­φο­ρη και ταυ­τό­χρο­να γεμά­τη πιθανότητες.

Ο Ανδρέ­ας, η Μαρία και ο Νίκος έμει­ναν για λίγο σιω­πη­λοί, ο καθέ­νας βυθι­σμέ­νος στις δικές του σκέ­ψεις. Όμως αυτή η σιω­πή δεν ήταν πια εκεί­νη η βαριά, ασή­κω­τη σιω­πή της μονα­ξιάς. Ήταν η σιω­πή που απλώ­νε­ται ανά­με­σα σε ανθρώ­πους που, όσο κι αν φοβού­νται, έχουν ήδη κάνει το πρώ­το βήμα: έχουν παρα­δε­χτεί ο ένας στον άλλον πως τους λεί­πει η αγάπη.

Και αυτό, για εκεί­νο το από­γευ­μα, αρκούσε.

Η ευθύ­νη της παρουσίας

Ο Νίκος άρχι­σε να έρχε­ται πιο συχνά. Δεν έλυ­σε τα προ­βλή­μα­τά του. Αλλά στα­μά­τη­σε να τα κου­βα­λά μόνος. Κάποια στιγ­μή τους είπε:
«Δεν με σώζε­τε. Απλώς, όταν γυρ­νάω σπί­τι, δεν νιώ­θω ότι εξαφανίζομαι.»

Ο Ανδρέ­ας ένιω­σε κάτι βαρύ και όμορ­φο μαζί. Η παρου­σία, κατά­λα­βε, είναι ευθύνη.

Η αγά­πη χωρίς ιδιοκτησία

Δεν έγι­ναν ζευ­γά­ρι με τη Μαρία. Και δεν χρειά­στη­κε. Υπήρ­χε τρυ­φε­ρό­τη­τα, μα χωρίς κατο­χή. Φρο­ντί­δα, χωρίς απαι­τή­σεις. Ένα άγγιγ­μα στον ώμο, ένα βλέμ­μα που κατα­λά­βαι­νε πότε να σωπά­σει. Αυτό το είδος αγά­πης δεν γρά­φε­ται σε ανα­κοι­νώ­σεις — μόνο βιώ­νε­ται. Και ίσως γι’ αυτό ήταν αληθινή.

Το ψέμα που σταμάτησε

Κάποια μέρα ο Ανδρέ­ας έπια­σε τον εαυ­τό του να μην απα­ντά πια «καλά» μηχανικά.
Έλεγε:
«Έχω μια δύσκο­λη μέρα» ή  «σήμε­ρα είμαι καλύτερα»

Ήταν μικρές πρά­ξεις ειλι­κρί­νειας. Αλλά του έδι­ναν πίσω κάτι μεγάλο.

Η σιω­πή που αλλά­ζει μορφή

Η σιω­πή δεν εξα­φα­νί­στη­κε. Απλώς μετα­μορ­φώ­θη­κε. Έπα­ψε να είναι βάρος και έγι­νε χώρος. Χώρος για σκέ­ψη, για παύ­ση, για ανθρώ­πι­νη συντρο­φιά. Δεν χρεια­ζό­ταν πια να την φορά σαν πανο­πλία. Τώρα μπο­ρού­σε απλώς να τη μοιράζεται.

Η σιω­πή που φορούν οι μεγάλοι

Σηκώ­θη­καν αργά. Δεν βιά­ζο­νταν. Η Μαρία του χαμο­γέ­λα­σε. Ο Νίκος τους απο­χαι­ρέ­τη­σε με ένα νεύ­μα. Ο Ανδρέ­ας περ­πά­τη­σε προς το σπί­τι του χωρίς εκεί­νη τη γνώ­ρι­μη αίσθη­ση κενού. Η σιω­πή ήταν ακό­μα εκεί·  αλλά δεν ήταν πια άδεια. Είχε μέσα ανθρώ­πους. Κι έτσι κατά­λα­βε, με τη βεβαιό­τη­τα που μόνο η ζωή αργά χαρί­ζει·  ότι το πρό­βλη­μα δεν ήταν ποτέ πως οι καρ­διές γερ­νούν. Ήταν ότι μαθαί­νουν να σωπαί­νουν. Και πως, όσο υπάρ­χει έστω ένας άνθρω­πος να καθί­σει δίπλα σου, η σιω­πή παύ­ει να είναι φυλακή.

 

Το τελευ­ταίο φως της ημέρας

Το βρά­δυ, λίγο πριν σκο­τει­νιά­σει, ο ήλιος φώτι­σε την πλα­τεία στα πλά­για. Τα φύλ­λα κου­νή­θη­καν ελα­φρά, οι σκιές μεγά­λω­σαν. Ο Ανδρέ­ας κοί­τα­ξε το φως σαν κάτι που του είχε λεί­ψει χωρίς να το ξέρει. Σκέ­φτη­κε πως, ίσως, η ζωή δεν χρω­στά  ένα μεγά­λο φινά­λε, ένα ευτυ­χι­σμέ­νο τέλος.  Χρω­στά όμως αυτή τη μικρή δικαιο­σύ­νη·  να σου επι­τρέ­ψει, έστω αργά, να είσαι αλη­θι­νός. Χρω­στά μικρές, αλη­θι­νές στιγ­μές, όπου οι άνθρω­ποι παύ­ουν να προ­σποιού­νται ότι δεν πονά­νε. Εκεί, μέσα σε αυτές τις στιγ­μές, κρύ­βε­ται η μόνη μορ­φή σωτη­ρί­ας που μπο­ρού­σε πια να πιστέ­ψει: όχι ως θαύ­μα, αλλά ως από­φα­ση. Να κλεί­σεις το τετρά­διο της σιω­πής. Να βγεις από το σπί­τι. Να καθί­σεις σε ένα παγκά­κι. Και, παρ’ όλο τον φόβο, να πεις:

«Καλη­μέ­ρα. Είμαι εδώ. Δεν θέλω άλλο να είμαι μόνος.»

 

 

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Η Λογο­τε­χνία σήμερα

 

 

 

 

 

 

 

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
Αφήστε μια απάντηση

Σημείωση πριν τη φόρμα σχολίων

Σημείωση μετά ΄τη φόρμα σχολίων