του Χαράλαμπου Στέρτσου
Η Ελλάδα καταγράφει υψηλές επιδόσεις στην απορρόφηση κοινοτικών πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και το ΕΣΠΑ, ωστόσο, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις στην προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων. Οι διαρθρωτικές αδυναμίες που παραμένουν άλυτες αποθαρρύνουν τους επενδυτές και διατηρούν τη χώρα χαμηλά στον διεθνή επενδυτικό χάρτη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος (ΤτΕ, 2024), η καθαρή ροή άμεσων ξένων επενδύσεων αυξήθηκε σημαντικά από 3,35 δισ. ευρώ το 2018 σε 4,5 δισ. ευρώ το 2019, αλλά στη συνέχεια σταθεροποιήθηκε γύρω στα 5 δισ. ευρώ ετησίως μέχρι το 2024, χωρίς αξιοσημείωτες μεταβολές. Παρά τις θετικές ενδείξεις, η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί έναντι άλλων χωρών της ΕΕ, καθώς η αστάθεια στο ρυθμιστικό πλαίσιο, η πολυπλοκότητα των φορολογικών διατάξεων και η αργή απονομή δικαιοσύνης αποτελούν σημαντικούς ανασταλτικούς παράγοντες (European Investment Bank, 2023).
Η Κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο, μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, την υλοποίηση κρίσιμων μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν το επενδυτικό περιβάλλον. Η εξασφαλισμένη χρηματοδότηση από το ΤΑΑ παρέχει ένα σημαντικό κίνητρο, καθώς οι μεταρρυθμίσεις συνδέονται άμεσα με την εκταμίευση των κοινοτικών πόρων. Ωστόσο, η προσθήκη επιπλέον δράσεων στο αρχικό σχέδιο έχει επιμηκύνει το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης, το οποίο πλέον εκτείνεται από το 2021 έως το 2026 (Υπουργείο Ανάπτυξης, 2024).
Βασικές μεταρρυθμίσεις και καθυστερήσεις
Μέσω του προγράμματος “Ελλάδα 2.0”, που χρηματοδοτείται από το ΤΑΑ, δρομολογούνται σημαντικές μεταρρυθμίσεις για την αναβάθμιση της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού. Οι κυριότερες από αυτές περιλαμβάνουν:
- Επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης: Η δικαστική καθυστέρηση αποτελεί σοβαρό εμπόδιο στις επενδύσεις, με τις υποθέσεις να απαιτούν κατά μέσο όρο 4,5 χρόνια για τελεσιδικία (World Bank, 2023). Το σχέδιο περιλαμβάνει την ψηφιοποίηση των δικαστηρίων, την αποφόρτιση από υποθέσεις που μπορούν να επιλυθούν εξωδικαστικά, καθώς και τη δημιουργία δικαστικής αστυνομίας. Ωστόσο, η ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης αναμένεται το 2026.
- Ολοκλήρωση του κτηματολογίου: Ένα διαχρονικό πρόβλημα που δυσχεραίνει την προσέλκυση επενδύσεων λόγω έλλειψης σαφούς χωροταξικού πλαισίου. Το έργο προγραμματίζεται να ολοκληρωθεί εντός του 2025. Η καθυστέρηση της πλήρους λειτουργίας του κτηματολογίου έχει αποθαρρύνει μεγάλες επενδύσεις σε ακίνητα και τουριστική ανάπτυξη (Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, 2024).
- Δημιουργία πολεοδομικών σχεδίων: Η έλλειψη σχεδιασμού δυσχεραίνει την ανάπτυξη επενδύσεων. Η μεταρρύθμιση ξεκίνησε το 2021 με χρηματοδότηση του ΤΑΑ και αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2025 (Υπουργείο Περιβάλλοντος, 2023).
- Καταπολέμηση της γραφειοκρατίας: Η ψηφιοποίηση του Δημοσίου είναι ένας βασικός στόχος, ωστόσο, η αποτελεσματικότητα του εγχειρήματος θα εξαρτηθεί από τη σωστή προτεραιοποίηση των δράσεων και την αντιμετώπιση δομικών προβλημάτων της δημόσιας διοίκησης. Παράλληλα, οι καθυστερήσεις στις διαδικασίες αδειοδότησης και η πολυπλοκότητα των κανονισμών συνεχίζουν να αποτελούν σοβαρό εμπόδιο για τους επενδυτές (OECD, 2023).
- Απλούστευση της αδειοδότησης επιχειρήσεων: Παρά τις προσπάθειες των τελευταίων 25 ετών, η διαδικασία παραμένει χρονοβόρα και περίπλοκη. Διάφορες επιμέρους δράσεις χρηματοδοτούνται από το ΤΑΑ για τη βελτίωση της κατάστασης. Ωστόσο, πολλές εταιρείες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προβλήματα με τη διαφοροποίηση των διαδικασιών ανά περιφέρεια, γεγονός που αυξάνει την αβεβαιότητα και την πολυπλοκότητα για τους επενδυτές (ΣΕΒ, 2024).
- Αναβάθμιση βασικών υποδομών: Η καθυστέρηση ολοκλήρωσης της ΠΑΘΕ, οι ελλείψεις στο σιδηροδρομικό δίκτυο, οι αερομεταφορές, η ανάπτυξη των λιμανιών και η βελτίωση των τηλεπικοινωνιών βρίσκονται στο επίκεντρο των έργων που στηρίζονται από το ΤΑΑ. Παρόλα αυτά, η έλλειψη συντονισμού μεταξύ διαφόρων υπηρεσιών και οι χρονοβόρες εγκρίσεις έργων έχουν επιβραδύνει την πρόοδο των υποδομών, αποθαρρύνοντας μεγάλες επενδυτικές πρωτοβουλίες (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2023).
Αρμόδιοι οικονομικοί κοινοτικοί παράγοντες που έχουν ασχοληθεί με την Ελλάδα, επεσήμαναν πρόσφατα ότι η χώρα θα μπορούσε να αναπτύσσεται με ρυθμό 4%-6% ετησίως, εάν είχαν προχωρήσει οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, οι διαπιστώσεις αυτές έχουν διατυπωθεί ήδη από το τέλος του τρίτου μνημονίου το 2018, γεγονός που δείχνει ότι η πρόοδος παραμένει αργή και η ανάγκη για ταχύτερη υλοποίηση των αλλαγών είναι επιτακτική (European Commission, 2024). Επιπλέον, επενδυτές από μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες έχουν επισημάνει πως η αβεβαιότητα στις φορολογικές πολιτικές και οι συνεχείς αλλαγές στη νομοθεσία δημιουργούν ένα ασταθές περιβάλλον που δεν ευνοεί την τοποθέτηση κεφαλαίων στην Ελλάδα (Bloomberg, 2024).
Βρείτε μας και στη σελίδα μας στο facebook: Η Οικονομία σήμερα





Τα σχόλια είναι κλειστά.