- Διαφήμιση -

- Διαφήμιση -

Εἰς τὴν ταβέρναν τοῦ Ψυρρῆ

 

Μπά­μπης Στέρτσος

Ἦτο βρά­δυ, κι ἐβά­δι­ζα τὰ στε­νὰ τοῦ Ψυρ­ρῆ, ὅπου αἱ φανά­ραι τῶν δρό­μων ἔτρε­μον ὡς σβη­στὰ ἄστρα μέσα εἰς γυά­λι­να κλου­βιά, καὶ ὁ ἀγέ­ρας ἐμο­σχο­βό­λα τὰς ὑγρα­σί­ας τῆς πέτρας καὶ τὰ μαν­τζού­νια τῶν μαγεί­ρων. Τὰ πατή­μα­τά μου ἐγί­νο­ντο ψίθυ­ρος ἐπά­νω εἰς τὰ λιθό­στρω­τα, κι ὁ νοῦς μου ἐπή­γαι­νεν εἰς ἄλλα χρό­νια, ὅτε ἡ Ἀθή­να ἦτο μικρά, κι ὅμως ἠδύ­να­το νὰ χωρέ­σῃ ἐντὸς της ὅλα τὰ ὄνει­ρα τοῦ κόσμου.

Κατέ­βη­κα τὸ στε­νὸ μὲ τὰ φανά­ρια, ἐκε­ῖνο ὅπου οἱ τεχνῖται κρε­μο­ῦν κλει­δα­ρι­ὰς καὶ μπρού­τζους, καὶ ἀπέ­να­ντι ἐφαί­νε­το ἡ ταβέρ­να ὅπου λέγε­ται πὼς ἐπα­το­ῦσε συχνὰ ὁ Ἀλέ­ξαν­δρος, ὁ εὐλο­γη­μέ­νος, ὁ ἅγιος τῆς πεζῆς φτώ­χειας καὶ τῆς μεγά­λης καρ­δί­ας. Μία ταμπέ­λα παλαιά, μισο­τσα­κι­σμέ­νη ἀπὸ και­ρούς, ἐκρέ­μα­το ὡς ψυχὴ θαλασ­σι­νοῦ καρα­βιοῦ· καὶ τὸ φῶς, καθὼς ἐσά­λευε, ἐζω­γρά­φι­ζε στὰ τζά­μια φιγο­ῦρες ποὺ ἐμι­λο­ῦσαν καὶ ἐγε­λο­ῦσαν, μὲ τὸ κρα­σὶ νὰ τρέ­χῃ ἀργὰ εἰς ποτή­ρια χοντρά, μὲ τὸ λάδι νὰ παί­ζῃ εἰς τὸ κηρο­πή­γιο σὰν μικρὸν ἀστέρι.

Ἔσπρω­ξα τὴν πόρ­τα, καὶ ὁ ἦχος της, ναὸς καὶ ξύλο, ἐποί­η­σε ψαλ­μὸν μικρόν. Μοῦ ἦλθαν στὸ ροῦθού­νι αἱ μυρω­δί­αι: λαδο­ρί­γα­νη, σαρ­δέλ­λα καὶ τσί­κνα, καὶ ὁ καπνὸς τοῦ τσι­γά­ρου, ὁ κυκλι­κός, ὅπου ἀνε­βαί­νει καὶ γρά­φει ἐπά­νω εἰς τὸ ταβά­νι τὰς σκέ­ψεις τῶν ἀνθρώ­πων. Στὴν γωνί­αν, ὅπου τὸ φῶς ἐστέ­νευε σὰν νὰ ντρέ­πε­ται, εἶδον ἄνδρα καθή­με­νον, ἰσχνόν, σιω­πη­λόν, ὅπου είχεν μέσα του θάλασ­σαν ὁλό­κλη­ρον. Ἐκρα­το­ῦσε χαρ­τί, ὄχι καθα­ρόν, ἀλλὰ λαδό­κολ­λαν ἀπὸ ἐκεί­νας ποὺ σκε­πά­ζουν τὸν γαῦρον καὶ τὸ κεφα­λό­τυ­ρο· καὶ ἐση­μεί­ω­νε μὲς εἰς τὸ περι­θώ­ριον λέξεις μικρές, σὰν βότσαλα.

Ἐπλη­σί­α­σα μετὰ φόβου καὶ δέους, ὅπως πλη­σιά­ζει κανε­ὶς τὸ εἰκό­νι­σμα ὅταν καί­ει μονά­χα ἕνα καντη­λά­κι. «Καλη­σπέ­ρα σας», τοῦ εἶπα. Ἐκύτ­τα­ξεν ἐπά­νω μου μὲ βλέμ­μα πρό­θυ­μον καὶ κου­ρα­σμέ­νον, ὅπου δὲν ἐμε­τρο­ῦσε τὸν ξένον, μόνον ἐζή­τει τὴν ψυχήν του. «Καλῶς τον», μ’ ἀπε­κρί­θη, «κάθι­σον νὰ ζεστά­νῃς τὸν ἴσκιόν σου»· καὶ με ὑπέ­δει­ξε  τὸ ξύλι­νον παγκά­κιον. «Θὰ πίῃς ὀλί­γον κρα­σί; Ἔχο­μεν εὐλο­γί­αν ἀπό­ψε· ὁ μικρὸς τοῦ ταβερ­νιά­ρη ἐπῆγε καὶ ἔφε­ρε νέον βαρέλι».

Ἐκά­θι­σα. Τὸ ποτή­ρι ἦτο βαρὺ καὶ φτω­χι­κό, ὅμως μέσα του άστρα­φτε τὸ αἷμα τῆς γῆς, κόκ­κι­νον καὶ ἀνυ­πό­μο­νον. «Σὲ λέγουν Ἀλέ­ξαν­δρον;», τὸν ἠρώ­τη­σα, ἂν καὶ ἡ καρ­δία ἤδη τὸ ἐγνώ­ρι­ζεν. Ἐκε­ῖνος ἐσή­κω­σε τοὺς ὤμους ὅπως κάνουν οἱ ἄνθρω­ποι ποὺ δὲν ἔχουν πλέ­ον τίπο­τε νὰ ὑπε­ρα­σπι­σθο­ῦν παρὰ τὸ ἔλε­ος. «Μὲ εἶπαν… καὶ μὲ λέγουν ὅπως τοὺς βολεύ­ει. Μά, ἂν θέλεις, νὰ μὲ κρά­ξῃς ὅπως μὲ ἐβά­πτι­σεν ὁ Θεός: ἁμαρ­τω­λόν, πλὴν φιλέλεον».

Ἐχα­μο­γέ­λα­σα. «Σὲ ἐγύ­ρευα και­ρόν», εἶπα. «Ὄχι διὰ νά σε ρωτή­σω ή να  μιλή­σου­με επι­σή­μως, ἀλλ’ ἵνα ἰδῶ ἂν ὅσα λέγο­νται ἀλη­θεύ­ουν: ὅτι τάχα σημειώ­νεις τὰ διη­γή­μα­τα ἐπά­νω εἰς λαδό­κολ­λες καὶ χάρ­τι­να τρα­πε­ζο­μά­ντη­λα, ὅτι κατοι­κε­ῖς ἐκεῖ παρα­πέ­ρα, εἰς τοὺς Ἁγί­ους Ἀναρ­γύ­ρους, σ’ ἕνα καμα­ρά­κι μικρόν, ὅτι προ­τι­μᾷς τὴν φτώ­χεια ὡς ἄσκη­σιν καὶ τὴν μονα­ξι­ὰν ὡς λατρείαν».

Ἐκε­ῖνος ἐμει­δί­α­σε μὲ πρα­ό­τη­τα. «Πλη­σί­ον, παι­δί μου, πλὴν ὄχι ἀκρι­βῶς ἐκεῖ. Ὁ κόσμος πλά­θει τοὺς θρύ­λους του, καὶ καλῶς πράτ­τει. Τὸ καμα­ρά­κι μου, τὸ ἡσυ­χα­στή­ριόν μου, εὑρί­σκε­ται εἰς τὸν περί­βο­λον τῶν Ἁγί­ων Ἀναρ­γύ­ρων, ἐδῶ στοῦ Ψυρ­ρῆ. Ἕνα δωμα­τιά­κι σκο­τει­νόν, ὅπου τὸ φῶς εἰσέρ­χε­ται μὲ συστο­λήν. Ἐκεῖ, εἰς τὴν γει­το­νι­ὰν τῶν ταπει­νῶν, εὑρί­σκω τὴν ἡσυ­χί­αν ποὺ μοῦ χρειά­ζε­ται διὰ νὰ ἀκούω τὰς φωνὰς τῆς ψυχῆς μου.»

Ἐσού­φρω­σε τὰ χεί­λη ὡς νὰ ἐπρό­κει­το νὰ ψάλῃ κάτι. «Παι­δί μου», μου εἶπε, «ὁ κόσμος λέγει πολ­λά, καὶ ὁ Θεὸς ἀκού­ει ὀλί­γα. Ἐγὼ δὲν ἠγά­πη­σα τὴν φτώ­χεια διὰ λόγους· ἐκεί­νη μὲ ἠγά­πη­σε πρώ­τη. Ὅσο διὰ τὰ τρα­πε­ζο­μά­ντη­λα καὶ τὰ χαρ­τιὰ τὰ τσου­ρού­τι­κα, νά, ὁ νοῦς ἔρχε­ται ὅπου θέλει· καὶ ὅταν ἔλθῃ, πρέ­πει νὰ τὸν κρα­τή­σῃς. Κι ἂν δὲν εὑρί­σκε­ται καθα­ρὸν φύλ­λον, κι ἡ λαδό­κολ­λα εὐπρόσ­δε­κτος εἶναι. Ἐπά­νω της ὁ Θεὸς γρά­φει καὶ τὸ ἔλεος».

Ἡ ταβέρ­να ἐθό­ρυ­βε μὲ βου­ὴν γλυ­κε­ῖαν: ἔμπαι­ναν ἐργά­ται μὲ τὰ ροῦχα τους σκο­νι­σμέ­να από τη δου­λειά τὸ σού­ρου­πο κου­βα­λώ­ντας την κού­ρα­ση της μέρας. Εἷς μάστο­ρης ἐκτυ­πο­ῦσε τὸ τρα­πέ­ζι ῥυθ­μι­κὰ σὰν νὰ κου­βα­λᾷ ἀνα­στε­ναγ­μό, κι εἷς γέρος ἐπα­ρο­μοί­α­ζε τὸ κρα­σὶ μὲ τὸ αἷμα τῶν ἀμπε­λώ­νων ὅπου ἐσῴζο­ντο ἀκό­μη εἰς τὴν Ἀττι­κήν. Ὁ Ἀλέ­ξαν­δρος ἔσκυ­ψε καὶ ἔγρα­ψε δυὸ τρε­ῖς λέξεις ἐπά­νω εἰς τὴν λαδό­κολ­λαν· κι ἔπει­τα τὴν ἐδί­πλω­σε μὲ προ­σο­χή, βάζο­ντάς την εἰς τὸ σακού­λι του, ὅπως φυλά­γει ὁ ψαρὰς τὴν πετονιάν.

«Πόθεν ἔρχε­σαι;» με ἠρώ­τη­σε. «Ἀπὸ τις σκιές του χρό­νου όπου το παρόν και το μέλ­λον μπλέ­κο­νται», τοῦ ἀπή­ντη­σα, «πλὴν τὸ παρὸν εἶναι ὀξύ, κι ὁ βίος τρέ­χει σὰν νερὸ ποὺ δὲν προ­λα­βαί­νεις νὰ τὸ κάμῃς εἰκό­να». «Ἔ, λοι­πόν», εἶπε, «ἂς ποτί­σω­μεν τὴν εἰκό­να μὲ μνή­μη». Καὶ ἤρχι­σε νὰ μοῦ λέγῃ δι’ ἐκε­ῖνον· μὰ ὁ λόγος του ἦτο χωρὶς καύ­χη­σιν, ὅπως ἐξο­μο­λό­γη­σις ψιθυριστή.

«Ἐγεν­νή­θην εἰς τὴ Σκιά­θον, νῆσον μικράν, ἀλλ’ εὐρύ­χω­ρον εἰς θαύ­μα­τα. Ἐκεῖ ἔμα­θον νὰ ἀγα­πῶ τὸ ἁλά­τι καὶ τὸ πεῦκο, τὰ γλα­ρό­νια καὶ τὴν καμπά­ναν. Εἰς τὰ χρό­νια τὰ πρῶτα, ὁ πατήρ μου, ἱερεύς, ὁ παπα-Ἀδα­μά­ντιος, μ’ ἐδί­δα­ξεν ὅτι ὁ ἄνθρω­πος εἶναι πτω­χὸς ὄχι ἐπει­δὴ δὲν ἔχει, ἀλλὰ ἐπει­δὴ συνε­χῶς χρειά­ζε­ται. Ἐγώ, διὰ νὰ φύγω ἀπὸ τὴν ἀνά­γκην, ἔγρα­ψα· ὄχι διό­τι ἤμην λόγιος, ἀλλὰ διό­τι ἤθε­λα νὰ εὐγνωμονῶ.»

Οὕτω μοῦ ἐμι­λο­ῦσε, κι ἐγώ, καθὼς ἤκουα, ἔβλε­πα ἔμπρο­σθέν μου νὰ ἀνοί­γε­ται ὁ δρό­μος τῆς νήσου, ὁ βρά­χος μὲ τὰ θυμά­ρια, αἱ γυνα­ῖκες ποὺ γνέ­θουν καὶ περι­μέ­νουν, τὰ παι­διὰ ὅπου τρέ­χουν καὶ γελο­ῦν μὲ τὸ χῶμα στὰ πόδια, κι ἕνα σκά­φος νὰ ἀνοι­γο­κλείῃ τὸ πανί του σὰν φτε­ρο­ῦγα ἀγγέ­λου. Ὁ Ἀλέ­ξαν­δρος ἐστα­μά­τη­σε, ἔπια­σε τὸ ποτή­ρι, τὸ ἔφε­ρε στὰ χεί­λη του καὶ ἐψι­θύ­ρι­σε κάποιον Ἀπο­δεί­πνου στί­χον· ἔπει­τα εὐλό­γη­σε τὴν γου­λιὰ του μὲ τὰ μάτια κλειστά.

«Καὶ πῶς εὑρέ­θη­κες ἐδῶ, εἰς τὴν πόλιν;» ἐτόλ­μη­σα νὰ ῥωτή­σω. «Ἀπὸ χρεί­αν καὶ καθῆκον. Ἡ πόλις, παι­δί μου, εἶναι ξένη γῆ διὰ τοὺς καρα­βο­κύ­ρη­δες τῆς ψυχῆς. Ἐδῶ ἔχει φῶς κρύο, κι οἱ θόρυ­βοι σοῦ παίρ­νουν τὸ ἔνδον ἄκου­σμα. Πλήν, εἰς τὴν ταβέρ­ναν αὐτήν, καὶ εἰς ἄλλας, εὕρη­κα παρη­γο­ρί­αν· ὁ καπνὸς καὶ τὸ κρα­σὶ γίνο­νται σκε­πή, κι ἡ ἀνθρώ­πι­νη φωνὴ ψαλ­μός, ἀκό­μη κι ὅταν βλα­σφη­μεῖ. Ἐδῶ, στοῦ Κεχρι­μά­νη, τρώ­γω ἐδῶ καὶ εἴκο­σι ἑπτὰ ὁλό­κλη­ρα χρό­νια. Ὅταν λαμ­βά­νω τὸν πενι­χρόν μου μισθὸν ἀπὸ τὴν ‘Ἀκρό­πο­λιν’, πρῶτα ἐξο­φλῶ τὰ χρέη μου ἐδῶ, ἔπει­τα στέλ­νω ὅ,τι περισ­σεύ­ει εἰς τὰς ἀδελ­φάς μου εἰς τὴν Σκιά­θον, καὶ τὰ ὑπό­λοι­πα τὰ μοι­ρά­ζω εἰς τοὺς πτω­χούς. Δι’ ἐμέ, ἀπο­μέ­νει μόνον ἡ ἐλπίς.»

Ἐκεί­νην τὴν ὥραν ἐσεί­σθη τὸ μαγα­ζὶ ἀπὸ μίαν ὁμή­γυ­ριν ὅπου ἐτρα­γού­δα καθ’ ὁδόν· ἐνέ­βη­σαν μὲ τὰ χέρια ἐπά­νω εἰς τοὺς ὤμους ὁ εἷς τοῦ ἄλλου, καὶ ὁ ταβερ­νιά­ρης ἔφε­ρε πιά­τα: ῥεβύ­θια, γαῦρον, ψωμί, ἐλιές. Ἔρρι­ψαν τὸ ψίχου­λο εἰς τὸ πάτω­μα καὶ οἱ γάτοι ἀνέ­λα­βον τὴν εὐλο­γί­αν. Ὁ Ἀλέ­ξαν­δρος ἔσκυ­ψε καὶ ἐχάι­δε­ψεν ἕνα μελα­ψὸν γάτον, «Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀνα­γνώ­στης μου», μοὶ εἶπε· «ποτὲ δὲν μοῦ ἀντι­λέ­γει, κι ὅταν πει­νᾷ διδα­κτι­κώ­τε­ρος γίνεται.»

Σὲ μίαν ἀκμὴν τῆς συνο­μι­λί­ας, τοῦ ἐψι­θύ­ρι­σα, «Κύριε Ἀλέ­ξαν­δρε, γρά­φεις ἀκό­μη;» Ἐκε­ῖνος ἔδει­ξεν τὴν λαδό­κολ­λα: «Ὅταν ἔρχε­ται ὁ λόγος, ἔρχε­ται ὡς χελι­δό­νι· δὲν ἐρω­τᾷ ἂν ἔχεις οἶκον· κάθε­ται ὑπὸ τὸ γύψι­νον ῥάφι τοῦ ταβερ­νιά­ρη καὶ χτί­ζει φωλιάν. Κι ἂν ἡ φωλιὰ εἶναι ἀπὸ χαρ­τὶ χοντρόν, κι ἂν μυρί­ζει ῥίγα­νη καὶ λάδι, οὐδό­λως πει­ρά­ζει· τὰ αὐγὰ θὰ σπά­σουν καὶ θὰ ἐξέλ­θουν μικρὰ θαύματα».

Μοῦ εἶπε τότε μίαν ἱστο­ρί­αν ἐκ τῶν πολ­λῶν του: διὰ μίαν κόρην ποὺ ἔρρι­πτεν ἄνθη εἰς τὸ μνῆμα τοῦ ναυ­τι­κοῦ της, καὶ διὰ ἕνα καΐ­κι ποὺ ἐπα­ρά­βαι­νε τὸ ἀγκυ­ρο­βό­λι εἰς κάθε μελ­τέ­μι, ὡς νὰ εἶχε ψυχὴν καὶ ἐπι­θυ­μί­αν. Καθ’ ὅσα μοὶ διη­γε­ῖτο, τὸ πρό­σω­πόν του ἐκέρ­δι­ζε φῶς, ὄχι λαμπρόν, ἀλλὰ ἐκε­ῖνο τὸ χαμη­λόν, τὸ βρα­δι­νόν, ποὺ οἱ ἄνθρω­ποι τὸ λέγουν πρα­ό­τη­τα. Ἐση­μεί­ω­νε, πάλιν, κάτι: τρε­ῖς λέξεις, κι ἔπει­τα μίαν τελεί­αν, ἀνεπαίσθητον.

«Καὶ τὰς παρα­στά­σεις σου ἀπὸ τὴν πόλιν;» ἠρώ­τη­σα. «Πολ­λά­κις ἐλέ­χθη ὅτι εἶσαι τῆς ὑπαί­θρου ὁ ἅγιος, μὰ σὲ βλέ­πω νὰ ξέρῃς τὰ καπη­λειά, τοὺς δρό­μους, τοὺς οἴκους τῶν πενή­των». Ἐγέ­λα­σεν ὀλί­γον, «Ἡ πόλις, παι­δί μου, δὲν εἶναι παρὰ νησὶ μέγα χωρὶς πέλα­γος· ἔχει λιμά­νια ἀπὸ πέτρα, ποὺ τὰ λέγουν ἐκκλη­σί­ες, ἔχει δρό­μους ποὺ ἀνε­βαί­νουν καὶ κατε­βαί­νουν ὡς κύμα­τα, ἔχει ἀνθρώ­πους ναυα­γι­σμέ­νους χωρὶς νερό. Ἂν δὲν τὴν ἀγα­πή­σῃς ἔτσι, θὰ σὲ πνί­ξῃ. Ἐδῶ, εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγί­ου Ἐλισ­σαί­ου, ψάλ­λω ὡς δεξι­ὸς ψάλ­της, ἐνῷ ὁ ἐξά­δελ­φός μου, ὁ Ἀλέ­ξαν­δρος Μωραϊ­τί­δης, ψάλ­λει ὡς ἀρι­στε­ρός. Καὶ ὁ παπα-Νικό­λας Πλα­νᾶς, ὁ ἅγιος ἐφη­μέ­ριος, μᾶς εὐλογεῖ.»

Ἐσή­κω­σεν ὀλί­γον τὰ μανί­κια του, κι ἐφά­νη τὸ χέρι του ἰσχνόν, μὲ φλέ­βας ὅπου ἔτρε­χαν σὰν μικρὰ ποτά­μια. «Εἰς τοὺς Ἁγί­ους Ἀναρ­γύ­ρους», μοὶ εἶπε, «κοι­μο­ῦμαι· καμα­ρά­κι χαμη­λόν, μία καρέ­κλα, ἕνα κρεβ­βά­τι, κι ἕνα στα­σί­δι ὅπου κάθο­μαι. Τὸ παρά­θυ­ρον βλέ­πει εἰς αὐλὴν μὲ συκιάν· ὁ ἥλιος μπαί­νει πρωΐ, κι ἐγὼ τὸν εὐχα­ρι­στῶ ποὺ δὲν μὲ ἐκό­σμη­σε μὲ περισ­σό­τε­ρα. Ὅταν θέλω νὰ γρά­ψω, γέρ­νω τὴν κεφα­λὴν εἰς τὸν τοῖχον, καὶ ἀκούω πρῶτα τὸ ἐσω­τε­ρι­κόν μου· κι ἔπει­τα ἀφή­νω τὴν λέξιν νὰ φανῇ, ὅπως φαί­νε­ται τὸ λιό­φω­τον εἰς τὰς χαραμάδας».

Μ’ ἐπῆρε λόγος καὶ τὸν ἠρώ­τη­σα: «Καὶ τὰ διη­γή­μα­τα τὰ παλαιά; τὴν ‘Φόνισ­σαν’, τὴν ‘Νοσταλ­γόν’, τὰ ‘Χρι­στό­ψω­μα’; Ξανα­γυ­ρί­ζουν;» «Ἐπα­νέρ­χο­νται ὡς φωναὶ τρυ­φε­ραί. Οἱ ἥρω­ές μου δὲν ὑπῆρ­ξαν εὕρε­σις· εἶναι θεῖοι καὶ ἀνή­ψια, γεί­το­νες καὶ ὁδοι­πό­ροι, γυνα­ῖκες ποὺ ἐσή­κω­σαν τὸ φορ­τί­ον τους ἀγόγ­γυ­στα, παι­διὰ ποὺ ἐπέ­ρα­σαν τὸ ῥέμα μὲ τὰ παπού­τσια στὸ στῆθος. Ὅταν τοὺς γρά­φω, γίνο­νται ξανὰ παρό­ντες· κι ὅταν τελειώ­νω, μ’ ἀφή­νουν μόνο, μὰ μὲ εὐγνωμοσύνην».

Ἡ νὺξ ἐχον­δρύν­θη. Ἡ ταβέρ­να ἦτο τώρα ἡσυ­χία σὰν κελά­ρυ­σμα. Μόνον η λατέρ­να, ἀντι­χρο­νία εἰρω­νι­κή, ἐπαι­ζεν ἕνα παλαι­ὸν σκο­πόν· κι ἐγώ, ὡς νὰ εἶχα παρου­σί­αν ὀνει­ρι­κήν, ἔβλε­πα ἔξω ἀπὸ τὸ τζά­μι τοὺς Ἁγί­ους Ἀναρ­γύ­ρους νὰ προ­βάλ­λουν ως σκη­νὴ ἀπὸ θρῦλον. Ἐσκέ­φθη­κα ὅτι ἴσως ὁ ἄνθρω­πος αὐτὸς δὲν ἀνή­κει τόσο εἰς τὴν γῆν, ὅσο εἰς τὸ διά­στη­μα ποὺ κεῖται ἀνά­με­σα προ­σευ­χῆς καὶ κρασιοῦ.

Αίφ­νης  μοὶ ἠρώ­τη­σεν , «εσύ τί ζητε­ῖς;» «Ζητῶ ἕνα λόγον νὰ μεί­νω εἰς τὸν τόπον μου», ὡμο­λό­γη­σα. «Οἱ και­ροὶ εἶναι θορυ­βώ­δεις· καὶ οἱ ἄνθρω­ποι μιλο­ῦν πολύ». «Ἐὰν οἱ ἄνθρω­ποι μιλο­ῦν πολύ», εἶπε μει­δι­ῶν, «γρά­φε ὀλί­γον καὶ σιώ­πα πολύ. Ἐκεῖ εὑρί­σκε­ται τὸ μυστι­κόν. Ὄχι νὰ κρύ­βε­σαι, μὰ νὰ ἀκού­ῃς ἐκε­ῖνο ποὺ δὲν λέγε­ται. Ἡ πόλις ἔχει ἀκό­μη φωνή, ἀρκεῖ νὰ τὴν ἀκού­σῃς νύκτα».

Ἐση­μεί­ω­σα ἐντός μου τὴν συμ­βου­λὴν ὡς νὰ ἐδέ­χθην μυστή­ριον. Ὁ ταβερ­νιά­ρης ἐπλη­σί­α­σε· «Θέλε­τε τίπο­τις ἄλλο;» «Εὐχα­ρι­στο­ῦμεν, εὐχα­ρι­στο­ῦμεν», εἶπεν ὁ Ἀλέ­ξαν­δρος· «μόνον νὰ μὴν ἀλλά­ξῃς τὸ λάδι εἰς τὸ λυχνά­ρι· καλὸν εἶναι ὅταν ἔχει ντρέ­τον, καί­ει μὲ περισ­σο­τέ­ραν πρα­ό­τη­τα». Ὁ ταβερ­νιά­ρης ἐγέ­λα­σε: «Ὅπως προ­στά­ζει ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος».

Εἰς τὴν σιω­πὴν ποὺ ἠκο­λού­θη­σε, ὁ Ἀλέ­ξαν­δρος ἤνοι­ξε τὸ σακού­λι, ἔβγα­λεν ἕνα παλαι­ὸν μολύ­βι, κοντόν, ποὺ ἐφαί­νε­το νὰ ἔχῃ γρά­ψει πολ­λο­ὺς χει­μῶνας, καὶ ἐστά­θη ἐπά­νω εἰς τὸ τρα­πέ­ζι τὸ χάρ­τι­νον τρα­πε­ζο­μά­ντη­λον. «Νὰ ἰδῇς πῶς γρά­φε­ται ἡ ἀρχή», εἶπε. Κι ἔγρα­ψε: «Ἦτο βρά­δυ εἰς τὴν πόλιν, καὶ τὸ ἀερά­κι ἐπερ­νο­ῦσε ἀπὸ τοὺς Ἁγί­ους Ἀναρ­γύ­ρους πρὸς τὸ Ψυρ­ρῆ, φέρ­νο­ντας εὐω­δί­αν λιβα­νιοῦ καὶ ῥιγάνης».

«Πόσον ἁπλόν», εἶπα μέσα μου, «καὶ πόσον ἄβα­τον συγ­χρό­νως». Ἡ λέξις, ὅταν εἶναι ἀλη­θι­νή, δὲν ἔχει ἀνά­γκην ἀπὸ πανη­γύ­ρι· ἀρκε­ῖται στὸ ἄνοιγ­μα τῆς ψυχῆς. «Τίτλος;» τὸν ἠρώ­τη­σα. Ἐκε­ῖνος ἐκύτ­τα­ξε πρὸς τὸ παρά­θυ­ρον, ὅπου ἐχα­ρά­ζε­το τὸ ζεστὸ φῶς τοῦ λυχνα­ριοῦ ἐπά­νω εἰς τὰς γρί­λιας, «Εἰς τὴν Ταβέρ­ναν τοῦ Ψυρ­ρῆ», εἶπε· «διό­τι ἐκεῖ συνα­ντῶνται οἱ ζῶντες μὲ τοὺς ἐσω­τε­ρι­κούς των νεκρούς, καὶ τὰ φτω­χὰ τρα­πέ­ζια γίνο­νται ἄμβωνες».

Καθὼς ἐπρο­χω­ρο­ῦσεν ἡ νύξ, ἐκου­βε­ντιά­ζα­με διὰ τὰ μικρά. Διά τινα ποὺ ἐχά­θη εἰς τὸν πόλε­μον καὶ δὲν ἐπέ­στρε­ψε· διὰ μίαν γει­τό­νισ­σαν ποὺ ἀνά­βει κερὶ κάθε Σάβ­βα­το· διὰ τὸ παι­δὶ ποὺ πωλεῖ λαχε­ῖα εἰς τὴν γωνί­αν, καὶ μάχε­ται νὰ μάθῃ γράμ­μα­τα. Ὁ Ἀλέ­ξαν­δρος δὲν ἠθέ­λη­σε νὰ μιλή­σῃ ποτὲ διὰ χρή­μα­τα· ὅταν τὸ ὑπαι­νί­χθην, ἐσή­κω­σε τὴν παλά­μην· «Σώπα», εἶπε, «διό­τι τὸ χρῆμα εἶναι ὁ μόνος δαί­μων ποὺ γελᾷ εἰς τὰ ἀστε­ῖά μου».

Τὸ κρα­σὶ ἐτε­λεί­ω­νεν ἀργά. Εἰς τὸ τρα­πέ­ζι ἔμει­ναν ψίχου­λα κι ἕνα ἀγριο­λά­χα­νο, ὅπου ἐκρα­το­ῦσεν ἀκό­μη τὴν βρο­χὴν τοῦ κήπου. Ἐκε­ῖνος ἐσή­κω­σε τὸ ποτή­ρι καὶ εὐλό­γη­σε: «Ὑπὲρ ὑγεί­ας τῶν φτω­χῶν, ὑπὲρ ἀνα­παύ­σε­ως τῶν τεθλιμ­μέ­νων, ὑπὲρ χαρᾶς τῶν παι­δι­ῶν». Ἐδο­κί­μα­σα νὰ ται­ριά­ξω τὴν εὐχὴ μὲ τὰ τῆς ἐπο­χῆς ἡμῶν, μὰ μοῦ ἐφά­νη παλαιὰ λέξις ἀνω­τέ­ρα τῆς νεω­τε­ρι­κῆς σπουδῆς.

«Τί γρά­φεις αὐτὴν τὴν ἐπο­χήν;» «Γρά­φω περὶ τῆς γει­το­νίσ­σης ὅπου μαζεύ­ει τὰ πλυ­μέ­να ροῦχα καὶ τὰ στί­βει ὡς νὰ στί­βῃ τὴν ζωήν της ὁλό­κλη­ρην· καὶ περὶ ἑνὸς ψάλ­του ὅπου ξεχνᾷ τοὺς ἤχους, μὰ θυμᾶται τὴν ταπεί­νω­σιν· ἀκό­μη, περὶ ἑνὸς παι­διοῦ ποὺ κρύ­βε­ται κάτω ἀπὸ τὸ στα­σί­δι καὶ μασᾷ τὴν φλο­ΐ­δα τοῦ ψωμιοῦ ὡς νὰ μασᾷ τὴν λύπην του».

«Καὶ πῶς τελειώ­νει;» «Μὲ τὸ ἔλε­ος», εἶπε. «Διό­τι δὲν εἶναι ἔργον τοῦ συγ­γρα­φέ­ως νὰ τιμω­ρῇ, ἀλλὰ νὰ ἐλεῇ· οὐχὶ νὰ κατα­σκευά­ζῃ δικα­στή­ρια, ἀλλὰ νὰ στή­νῃ νοσο­κο­με­ῖα τῆς ψυχῆς. Κι ἂν ὁ ἥρως σου εἶναι φονεύς, ὡς ἡ Φρα­γκο­γιαν­νοῦ εἰς τὴν ‘Φόνισ­σαν’, πάλιν ἔχει τρα­ῦμα, καὶ τὸ τρα­ῦμα χρειά­ζε­ται βάλσαμον».

Μ’ ἐξέ­πλη­ξεν ἡ λέξις «βάλ­σα­μον», ὅπου ἐχά­θη ἀπὸ τὰ λεξι­κά μας. Ἐσκέ­φθην ὅτι ὁ ἄνθρω­πος οὗτος ὁμι­λεῖ ἀκό­μη εἰς γλῶσ­σαν παλαιάν, ἀλλὰ τὸ αἷμα του εἶναι σύγ­χρο­νον, διό­τι ἀγα­πᾷ. Ὁ χρό­νος, ὡς μοὶ ἐφά­νη, δὲν τὸν ἀκου­μπᾷ· μόνον τὸν περ­νᾷ ὡς ἀνέμισμα.

Ὁ ταβερ­νιά­ρης ἐσή­μα­νε τὴν ὥραν· ἐτα­κτο­ποί­ει τὰ ποτή­ρια, καὶ ἔξω οἱ δρό­μοι ἐλάμ­βα­ναν τὴν σιω­πὴν τῶν κατα­στη­μά­των. «Θὰ φύγω», εἶπα μὲ κάποιαν λύπην. «Πήγαι­νε μὲ τὸ καλόν», εἶπεν ὁ Ἀλέ­ξαν­δρος, «καὶ ἂν σὲ φέρῃ ὁ δρό­μος, ξανα­πέρ­να. Ἐδῶ εἶναι πάντα θέσις διὰ τὸν ὁδοι­πό­ρον». Ἐση­κώ­θην. Ἐκε­ῖνος ἐσκέ­πα­σε μὲ τὴν παλά­μην τὴν λαδό­κολ­λα, ὡσὰν νὰ ἦτο φυλα­χτόν. «Πάρε κάτι», ἐψι­θύ­ρι­σε. Καὶ ἔγρα­ψε μὲ τὸ μολύ­βι του τρε­ῖς λέξεις καὶ μίαν τελεί­αν. Τὴν ἔσπρω­ξε πρὸς ἐμέ. Ἐδιά­βα­σα: «Ἔλε­ος· ἀλή­θεια· σιωπή.»

Δὲν ἠξεύ­ρω τί ἠμπο­ρεῖ νὰ κάμῃ κανε­ὶς μὲ τοια­ῦτα δῶρα· ὅμως τὰ ἐφύ­λα­ξα δίπλα εἰς τὴν καρ­δί­αν. Ἐβγῆκα. Ὁ ἀέρας τῆς νυκτὸς ἐστέ­γνω­σε τὸν ἱδρῶτα τῆς σκέ­ψε­ως. Ἔβλε­πα τὸν ναὸν τῶν Ἁγί­ων Ἀναρ­γύ­ρων ὡς μικρὸν καρά­βι τῆς πέτρας εἰς θάλασ­σαν δέντρων· καὶ ἐσκέ­φθην ὅτι κάπο­τε ἡ πόλις ὅλη δὲν εἶναι παρὰ ναὸς μὲ πολ­λὰς πόρτας.

Ἐξε­κί­νη­σα νὰ βαδί­ζω· ὅμως τὸ βῆμά μου ἐστέ­νε­ψε, ὡς πρᾶγ­μα που δὲν ἤθε­λε νὰ προ­σπε­ρά­σῃ. Ἐστρά­φη­κα καὶ εἶδα πάλιν τὸ παρά­θυ­ρον τῆς ταβέρ­νας. Πίσω ἀπὸ τὸ τζά­μι, ὁ Ἀλέ­ξαν­δρος ἔσκυ­βε καὶ ἐσή­κω­νε τὸ ποτή­ρι πρὸς τὸ φῶς. Δὲν ἠξεύ­ρω ἐὰν τὸ ἔκα­μνε δι’ ἐμὲ ἢ διὰ τὸν κόσμον ὅλον· πλὴν ἐγὼ ἐσή­κω­σα τὴν χεῖρα ὅπως ἀντα­πο­δί­δω εὐλογίαν.

Στὸν δρό­μον ἐπέ­στρε­φον οἱ ἔμπο­ροι μὲ τὰ καρό­τσια, καὶ εἰς τὰ κατώ­φλια ἐκά­θη­ντο γυνα­ῖκες ποὺ ἐκου­βέ­ντια­ζον χαμη­λά. Μία γριὰ ἐπώ­λει τυρό­πιτ­ταν, ζεστὴν ἀκό­μη, καὶ ἡ μυρω­διά της ἐσμί­γε μὲ τὰ καμέ­να κάστα­να ἀπὸ τὸ καρό­τσι τοῦ ἀνθρα­κέ­ως. Ἡ Ἀθή­να, ἡ παλαιά, ἔζη· ὄχι ὡς ἀνά­μνη­σις, ἀλλὰ ὡς παι­δὶ πρό­θυ­μον νὰ παί­ξῃ, ἂν τοῦ δώσῃς χῶρον.

Ἐστά­θη­κα εἰς γωνί­αν ὅπου εἷς μερα­κλὴς ἐσφύ­ρι­ζε σκο­πὸν τῆς Ῥού­με­λης. Ἐσκέ­φθη­κα τοὺς δρό­μους ὅπου ἐπέ­ρα­σεν ὁ Ἀλέ­ξαν­δρος, τοὺς ἀνθρώ­πους ποὺ ἐστά­θη­σαν ἔμπρο­σθέν του ὡς καθρέ­πται τῆς ψυχῆς του, τὰ μικρὰ σπί­τια μὲ τὰ σκα­λο­πά­τια ποὺ γλι­στρο­ῦν, τὰ ῥυά­κια ποὺ μαζεύ­ουν τὴν βρο­χὴν καὶ τὴν ἐπι­στρέ­φουν εἰς τὸν οὐρα­νὸν διὰ ἀνα­θυ­μιά­σε­ως. Κάθε γωνία ἐφαί­νε­το νὰ ἔχῃ διή­γη­μα, κάθε σκιὰ μίαν προσευχήν.

Ἔφθα­σα εἰς τοὺς Ἁγί­ους Ἀναρ­γύ­ρους. Ἐστά­θην ὀλί­γον. Τὸ καμα­ρά­κι του — δὲν τὸ εἶδον, μὰ τὸ ἔπλα­σα· μία κλί­νη στε­νή, τὸ τρα­πε­ζά­κι, τὸ στα­σί­δι. Ἡ εἰκὼν τῆς Πανα­γί­ας μὲ ἕνα μικρὸ καντη­λά­κι, καὶ ἀπά­νω εἰς τὸ παρά­θυ­ρον, ἀντὶ κουρ­τί­νας, ἕνα φτω­χι­κὸ λευ­κό. Ἐκεῖ θὰ κοι­μᾶται, εἶπον, ἐκεῖ θὰ γρά­φῃ, ἐκεῖ θὰ μετα­τρέ­πῃ τὴν πεῖναν εἰς λόγον. Μηδέ­να ἄλλον θησαυ­ρὸν δὲν ἔχει παρὰ λέξεις, κι ἴσως ἕνα παλαι­ὸν ῥάσον ποὺ δὲν τὸ ἀποχωρίζεται.

Καθὼς ἐκοί­τα­ζα, ἀπὸ μέσα ἦλθε μία ψαλ­μω­δία, τόσον χαμη­λή, ὥστε μόλις ἐμά­ντευ­ες τὸν ἦχον. Τὴν ἐκρά­τη­σα ὡς νὰ ἦτο ἀνά­σα ζῶσα. Τότε ἡ ψυχή μου, σὰν νὰ ἀπο­τόλ­μη­σε προ­σευ­χήν: νὰ μοῦ δοθῇ ὁ τρό­πος νὰ γρά­φω ὄχι διὰ νὰ φαί­νο­μαι, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀγα­πῶ. Κι ἡ σκέ­ψις αὐτὴ ἐστά­θη ὡς ἡ τελευ­ταία γου­λιὰ τοῦ κρα­σιοῦ ποὺ βάζει τέλος εἰς τὴν βρα­δι­ὰν μὲ γλυκύτητα.

Ἐπί της ἐπι­στρο­φῆς, πάλιν ἐπέ­ρα­σα ἀπὸ τὴν ταβέρ­ναν. Ἦτο πλέ­ον σχε­δὸν ἔρη­μος. Ὁ ταβερ­νιά­ρης ἐσκού­πι­σε τὸ τρα­πέ­ζι ὅπου εἴχα­με καθί­σει· ἡ λαδό­κολ­λα ἔλει­πε. Ἐντε­λῶς σεμνά, ὁ ἄνθρω­πος ἐκε­ῖνος, ποὺ ἡ ζωή του ἐχώ­ρε­σεν εἰς καμα­ρά­κι, εἶχεν ἐμπι­στευ­θῆ εἰς ἐμὲ τρε­ῖς λέξεις, καὶ μ’ ἐκεί­νας νὰ πορεύ­ο­μαι. Ἐσφύ­ρι­ξα ἄηχα τὸν σκο­πὸν τοῦ Ἀπο­δεί­πνου κι ἐχά­θην εἰς τὰ στενά.

Τὴν ἐπο­μέ­νην — ἂν ὑπῆρ­ξεν ἐπο­μέ­νη καὶ δὲν ἦτο ἡ ἰδία νὺξ ἐκτει­νο­μέ­νη — ἐκά­θη­σα νὰ ἀντι­γρά­ψω τὰ τῆς μνή­μης. Τὸ χέρι μου ἐδί­στα­ζε. Κάθε φορὰ ποὺ ἔγρα­φα «Ἀλέ­ξαν­δρος», ὁ νοῦς μου ἔβα­ζε δίπλα «πατὴρ Ἀλέ­ξαν­δρος», ὡς τὸν ἱερέα· καὶ ἔπει­τα διέ­γρα­φε, διό­τι ὁ ἄνθρω­πος δὲν ἤθε­λε τιμάς. Ἔγρα­ψα μόνον: «Ὁ εὐγε­νὴς τῶν φτωχῶν».

Καὶ ἐσκέ­φθην: Τί εἶναι συγ­γρα­φεύς; Μήπως ἐκε­ῖνος ποὺ συλ­λέ­γει ῥακώ­μα­τα λέξε­ων καὶ τὰ πλέ­κει χιτῶνα διὰ τοὺς γυμνούς; Κι ἂν εἶναι οὕτω, τότε ὁ Ἀλέ­ξαν­δρος, μὲ τὴν λαδό­κολ­λαν καὶ τὸ τρα­πε­ζο­μά­ντη­λον, μὲ τὴν καρέ­κλαν καὶ τὸ στα­σί­δι του, ἔπλε­ξε περισ­σί­ους χιτῶνας καὶ ἐσκέ­πα­σε πολλούς.

Εἰς τὰ χρό­νια ποὺ θὰ ἔλθουν, θὰ ἀλλά­ξουν αἱ φωναὶ καὶ τὰ φῶτα, θὰ πλη­θυν­θο­ῦν οἱ δρό­μοι, θὰ ψηλώ­σουν αἱ ὀρο­φαί. Ἡ ταβέρ­να ἴσως γίνῃ μαγα­ζὶ μὲ ξένας λέξεις εἰς τὴν ταμπέ­λα· τὰ χάρ­τι­να τρα­πε­ζο­μά­ντη­λα θὰ γίνουν πλα­στι­κά, καὶ ἡ λαδό­κολ­λα ἀνά­μνη­σις μου­σεια­κή. Μὰ ὅσον ὑπάρ­χει ἄνθρω­πος ποὺ νὰ ψάλ­λῃ καὶ νὰ πίνῃ μὲ μέτρον, ποὺ νὰ γρά­φῃ ἐπά­νω εἰς τὸ πλέ­ον ταπει­νὸν χαρ­τί, θὰ στέ­κῃ ὁ Ἀλέ­ξαν­δρος καὶ θὰ μειδιᾷ.

Καὶ ἐγώ, ὅταν θὰ μὲ ἐρω­το­ῦν τί ἐκέρ­δι­σα ἐκεί­νην τὴν νύκτα, θὰ λέγω: Ἐκέρ­δι­σα τὸν τρό­πον νὰ βαδί­ζω σιγώ­τε­ρον· νὰ ἀφή­νω τὸν ἄλλον νὰ λαλῇ μέσα μου· νὰ εὐλο­γῶ τὰ ψίχου­λα ὡς ἄρτον. Καὶ ἂν ποτὲ ἔλθῃ κάποιος καὶ ζητή­σῃ διή­γη­μα, θὰ τοῦ δώσω λαδό­κολ­λαν κενήν, καὶ θὰ τοῦ εἴπω: «Γρά­ψε τρε­ῖς λέξεις καὶ μίαν τελεί­αν· κατό­πιν φύλα­ξέ την κοντὰ εἰς τὴν καρ­δί­αν σου».

Διό­τι ὅλα τὰ μεγά­λα τῆς ζωῆς χωρο­ῦν εἰς μικρὰ σημειώ­μα­τα· κι ἐκε­ῖνος ποὺ ἔχει μάθει νὰ ἀγα­πᾷ τὸ μικρόν, ἔχει ἤδη κερ­δί­σει τὴν θάλασ­σαν. Ὁ Ἀλέ­ξαν­δρος τὸ ἐγνώ­ρι­ζε· καὶ δι’ αὐτὸν ὁ κόσμος ἦτο πάντο­τε χει­ρο­ποί­η­τος: ἕνα ποτή­ρι βαρύ, ἕνα τρα­πέ­ζι ποὺ τρί­ζει, μία ψαλ­μω­δία ποὺ σβή­νει, μία λέξις ποὺ στέ­κει ὀρθία καὶ φωτίζει.

Τώρα ποὺ γρά­φω, ἡ νὺξ ἔξω ἐστέ­ρε­ψε. Στὸ περ­βά­ζι ἡ λάμπα μου κλο­νί­ζε­ται ἀπὸ τὸν ἀγέ­ρα. Θυμο­ῦμαι τὸ χαμό­γε­λό του, τὸ βλέμ­μα ποὺ δὲν ἐξου­σί­α­ζε, μόνον ἐφώ­τι­ζε. Κι ἂν ποτέ μὲ ἀπο­κά­λε­σαν ὀνει­ρο­πό­λον, δὲν θὰ ἀρνη­θῶ· διό­τι εἰς τὸ ὄνει­ρον τῆς ταβέρ­νας τοῦ Ψυρ­ρῆ εὑρί­σκε­ται πλέ­ον πολὺς ῥεα­λι­σμὸς ἀπὸ ὅ,τι εἰς τὰς ἀγο­ρεύ­σεις τῆς ἡμέρας.

Ἂν, λοι­πόν, ἐπα­να­λά­βω εἰς τὴν ψυχήν μου τὰς τρε­ῖς λέξεις, γίνε­ται ἡ καρ­δία μου ἀνα­λό­γιον: «Ἔλε­ος· ἀλή­θεια· σιω­πή.» Μὲ αὐτὰ βαδί­ζω, μὲ αὐτὰ χαι­ρε­τῶ τὸν κόσμον· κι ὅταν φθά­νω εἰς τὰ στε­νὰ τοῦ Ψυρ­ρῆ, νομί­ζω ὅτι θ’ ἀνοί­ξῃ πάλιν ἡ πόρ­τα, ὅτι θὰ ψάλῃ τὸ ξύλο, ὅτι θὰ μοῦ χαμο­γε­λά­σῃ ὁ ἅγιος τῆς φτώ­χειας, καὶ θὰ μὲ καλέ­σῃ νὰ μοι­ρα­σθῶμεν τὸ κρα­σὶ καὶ τὴν σιω­πήν, εἰς τὴν ταβέρ­ναν ὅπου οἱ ζῶντες συνα­ντο­ῦν τοὺς ἐσω­τε­ρι­κούς των νεκρούς, καὶ τὰ φτω­χὰ τρα­πέ­ζια γίνο­νται ἄμβωνες.

 

Υ.Γ.: Εἰς μνή­μην Ἀλε­ξάν­δρου Παπα­δια­μά­ντη (1851–1911).

 

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Η Λογο­τε­χνία σήμερα

 

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
Αφήστε μια απάντηση

Σημείωση πριν τη φόρμα σχολίων

Σημείωση μετά ΄τη φόρμα σχολίων